ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.10 )

2016-05-31 22:04

    Η Χρυσάνθη πήγε κι εκείνη να ξαπλώσει και στα όνειρα της έβλεπε τον εαυτό της μαζί με το Νίκο. Ξύπνησε από τη φωνή του χαμογελώντας.
-Χρυσάνθη ξύπνα, χτυπάει το τηλέφωνο σου μ’ ακούς;
    Τότε συνειδητοποίησε ότι ονειρευόταν, ο Νίκος ήταν εκεί και τη φώναζε στ’ αλήθεια.
-Τι έγινε; 
-Χτυπάει το τηλέφωνο σου εδώ και 10 λεπτά, δεν τόλμησα να το σηκώσω για να μη σε φέρω σε δύσκολη θέση.
-Συγνώμη η μητέρα μου θα είναι, είχα πει ότι θα της τηλεφωνούσα πρωί πρωί.
    Σηκώθηκε βιαστικά, φόρεσε τη ρόμπα της και έτρεξε στο τηλέφωνο που μόλις άρχισε να ξαναχτυπά.
-Έλα καλέ μαμά, ήμουν στο μπάνιο, μην ανησυχείς μια χαρά είμαι, να σε πάρω εγώ μετά γιατί περιμένω τώρα έναν εργάτη για τις τέντες;
-Καλά παιδάκι μου, τα λέμε μετά.
    Έκλεισε το τηλέφωνο και κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα προκειμένου να ανακαλύψει από που προερχόταν η μυρωδιά που έφθασε στη μύτη της.Ο Νίκος είχε ετοιμάσει πρωινό, φορώντας μια από τις ποδιές της: ομελέτα και λουκάνικα.Η Άννα, που είχε ξυπνήσει, ήταν ήδη δίπλα του και τον βοηθούσε. "Πόσο πολύ μοιάζουνε", σκέφτηκε, ενώ τους κρυφοκοίταζε.
-Καλημέρα, τι κάνατε εσείς εδώ;
-Καλημέρα, λίγα πράγματα γιατί στο ψυγείο σου έχεις μόνο τυρί και αυγά, έβαλα και καφέ, έλα κάθισε σαν στο σπίτι σου, της είπε γελαστά ο Νίκος. 
-Σας ευχαριστώ πολύ, πρώτη φορά τρώω κανονικό πρωινό, συνήθως πίνω μόνο καφέ, μήπως να έρχεστε κάθε πρωί να μου ετοιμάζετε;
-Μμμ.. λίγο δύσκολο.
    Η μικρή, παρ' όλα όσα πέρασε, έφαγε με πολύ όρεξη το πρωινό της. και η Χρυσάνθη τη μιμήθηκε μόλις είδε πόσο νόστιμο είναι. Όταν η Άννα πήγε στο μπάνιο να πλυθεί, η Χρυσάνθη βρήκε ευκαιρία και ρώτησε το Νίκο:
-Τι θα κάνεις τώρα, θα πάτε σπίτι;
-Όχι, όχι, θα πάμε λίγο κοντά στο Σπύρο, στην κυρία Ντίνα, σ’ αυτό το σπίτι δεν θέλω να ξαναπά
ω ούτε εγώ, ούτε η Άννα, μάλλον θα νοικιάσω ένα σπίτι κοντά στην κυρία Ντίνα.
    Μέσα της, της κακοφάνηκε που δεν θα έμεναν πια κοντά της. Ετοιμάστηκαν, τη χαιρέτησαν και έφυγαν.
    Η Χρυσάνθη τηλεφώνησε στη μητέρα της και της είπε ακριβώς τι είχε συμβεί. Εκείνη, γεμάτη ανησυχία, την συμβούλεψε:
-Πρόσεχε, σε παρακαλώ κορίτσι μου,ίσως δεν έπρεπε να ανακατευτείς σ’ αυτή την υπόθεση.
-Μαμά μου μάλλον ξέχασες ότι η δουλειά μου είναι να βοηθάω τους ανθρώπους, γι’ αυτό έγινα ψυχολόγος.
-Δίκιο έχεις.
-Λοιπόν άκουσε με λίγο, αύριο πρωί πρωί θα ξεκινήσω να έρθω να σε πάρω, έχεις ετοιμάσει τα πράγματα σου;
-Ναι παιδί μου, έτοιμη είμαι να προσέχεις στο δρόμο σε παρακαλώ.
    Κλείνοντας το τηλέφωνο, άκουσε φασαρία έξω από την πόρτα της και πήγε κοντά να ακούσει. "Μα πως τον άφησαν ελεύθερο το δολοφόνο;" ρωτούσε η γειτόνισσα. "Ναι και ήρθε και πήρε και το παιδί, απαράδεκτο", απάντησε μια άλλη. "Εγώ απορώ πως το επέτρεψε αυτό η κοπελιά, που είναι και ψυχολόγος", συμπλήρωσε ο από πάνω. 
    Η Χρυσάνθη δεν άντεξε και άνοιξε την πόρτα της: 
-Τι είναι αυτά που λέτε, ο κύριος δεν είναι δολοφόνος, η γυναίκα του αυτοκτόνησε. Με ενημέρωσε η αστυνομία.
-Ποιος ξέρει τι της έκανε και έφτασε σ’ αυτή την κατάσταση, είπε με κακία η πρώτη.
-Ναι δεν είδες τη φάτσα του, φως φανάρι την απατούσε, παίζει το ματάκι του, συμπλήρωσε η άλλη).
-Μα τι είναι αυτά που λέτε τρελαθήκατε; Η γυναίκα του έπασχε από σχιζοφρένεια, είπε εξοργισμένη η Χρυσάνθη.
    Αλλά δυστυχώς αυτοί δεν άκουγαν τίποτα, έλεγαν τα δικά τους, του τύπου: «σχιζοφρένεια το λέμε τώρα;». Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα, έβαλε δυνατά μουσική για να μη τους ακούει. Η διαπίστωση που έκανε όμως ήταν μία: «Πόσο κακός μπορεί να γίνει ο κόσμος»...