"ΟΤΑΝ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ" (ΚΕΦ.3- ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΟΝΟ)

2016-04-19 23:22

        

 

    Μόλις μπήκε στο διαμέρισμα της η Χρυσάνθη προσπάθησε ν’ ακουμπήσει τη μικρή στην πολυθρόνα της αλλά η μικρή είχε γαντζωθεί στην αγκαλιά της και δεν έφευγε. Κάθισε εκείνη τελικά στην πολυθρόνα γιατί δεν άντεχαν τα πόδια της, έχοντας τη μικρή στην αγκαλιά της. Προσπάθησε να μάθει τ’ όνομα της,κάτι, αλλά τίποτα. Το βλέμμα της μικρής ήταν τόσο άδειο που νόμιζες ότι δεν έβλεπε.
    Μετά από μια ώρα την πήρε ο ύπνος και έτσι η Χρυσάνθη κατάφερε να την βάλει στο κρεβάτι της να κοιμηθεί. Έβαλε ένα ποτό και κάθισε στον καναπέ γεμάτη σκέψεις. Αναρωτιόταν:Τι να είχε συμβεί άραγε; Πως αυτός ο άντρας σκότωσε τη γυναίκα του και μάλιστα μπροστά στο παιδί του; Ή πάλι μήπως δεν ήταν γυναίκα του; Το κοριτσάκι πάντως ήταν σίγουρα δικό της γιατί της έμοιαζε πολύ. Μ’ αυτές τις σκέψεις την πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει.
    Κάποια στιγμή πετάχτηκε γιατί άκουσε κλάματα και ουρλιαχτά. Η μικρή είχε ξυπνήσει, φώναζε και έκλαιγε:"Όχι, όχι μη μαμά μου μη σου λέω, σ’ αγαπώωωωω". Έκλαιγε με λυγμούς και έσταζε στον ιδρώτα. Η Χρυσάνθη την αγκάλιασε και προσπάθησε να την ηρεμήσει. Μόλις σταμάτησε πήρε πάλι το απλανές βλέμμα.

- Πως σε λένε; (τη ρώτησε η Χρυσάνθη).
Ως δια μαγείας, το κοριτσάκι απάντησε:
- Άννα!

-Τι ωραίο όνομα! Εμένα με λένε Χρυσάνθη. Θέλεις να μου πεις τι έγινε σπίτι σας;
    Στην αρχή δε μίλησε καθόλου, αλλά μετά από δέκα λεπτά άρχισε να μονολογεί και να λέει ασυνάρτητες φράσεις:
«Μαμά όχι καλά», «Αγκαλιά μπαμπά πάμε να κρυφτούμε», «Τρέχα πήρε το μαχαίρι», «Δώσε χάπια στη μαμά».          
    Σταμάτησε όταν χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν από την αστυνομία, ήθελε να της μιλήσει ο πατέρας της μικρής.

- Λέγεται παρακαλώ, σας ακούω.
-Σας παρακαλώ φροντίστε τη μικρή μου Άννα μέχρι να ταχτοποιήσω το ζήτημα της γυναίκας μου. Έμαθα πως είστε ψυχολόγος και νομίζω ότι είστε το κατάλληλο άτομο για να την βοηθήσει. Σας παρακαλώ, θα σας είμαι ευγνώμων.
    Η Χρυσάνθη μετά από αυτό το τηλεφώνημα ήταν γεμάτη ερωτηματικά:Ποιο ήταν το ζήτημα της γυναίκας του, τι ήθελε να πει; Δεν την είχε σκοτώσει αυτός; Τι είχε γίνει άραγε μπροστά στα αθώα μάτια αυτού του παιδιού;
    Το κοίταξε αμέσως, το κακόμοιρο ξανακοιμήθηκε μούσκεμα στον ιδρώτα. Το σκούπισε όσο μπόρεσε με μια πετσέτα και το σκέπασε για να μην κρυώσει. Κάθισε δίπλα του, αν και κοιμόταν, η καρδούλα του χτυπούσε γρήγορα. Έτσι τις βρήκε η νύχτα και ο ύπνος πήρε και την Χρυσάνθη.