ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.5)

2016-05-05 00:35

Κάποια στιγμή άκουσε τη μικρή να τη φωνάζει με τ’ όνομα της:
- Χρυσάνθηηηηη

- Εδώ είμαι κοριτσάκι μου, πες μου.
- Η μαμά μου πέθανε;
- Ησύχασε, θα σου εξηγήσω.
- Δεν της το έδωσα εγώ το μαχαίρι, ούτε ο μπαμπάς, δεν ξέρω που το βρήκε.
- Μη το σκέφτεσαι, πάει πέρασε κορίτσι μου, ο Θεούλης πήρε τη μανούλα σου κοντά του για να την ηρεμήσει και να ηρεμήσετε κι εσείς.
- Η μαμά μου ήθελε να με σκοτώσει δε μ’ αγαπούσε.
- Όχι, όχι κάνεις λάθος, απλά είχε μια αρρώστια στο κεφάλι της, η οποία της προκαλούσε πολύ πόνο και νευρικότητα.
- Δε νομίζω, δες το πόδι μου. Σήκωσε το παντελόνι και της έδειξε μια ουλή στο μπούτι της. Αυτό το έκανε η μαμά μου πέρυσι τα Χριστούγεννα, που ξέχασε ο μπαμπάς να κρύψει το ψαλίδι.
- Λοιπόν, ας τ’ αφήσουμε τώρα αυτά, έχω μια ιδέα. Τι λες θέλεις να πάμε μια βόλτα εδώ κοντά σε ένα πάρκο, να περπατήσουμε χωρίς να μιλάμε, να παίξουμε το παιχνίδι της σιωπής;
- Ναι, θέλω.
Περπάτησαν για αρκετή ώρα χωρίς να μιλάνε και μετά πήγανε να φάνε πίτσα. Ευτυχώς αυτή τη φορά έφαγε με όρεξη.
-Έχω πολύ καιρό να φάω πίτσα.
- Κι εγώ το ίδιο, γι’ αυτό την τσακίσαμε.
- Ο μπαμπάς με πήγαινε για πίτσα όταν έμπαινε η μαμά στο νοσοκομείο για τις ενέσεις της.
-Α, πηγαίνατε κρυφά από τη μαμά.
- Όχι, όχι δεν μπορούσε να φάει πίτσα γιατί πνιγότανε, έτρωγε μόνο σούπες.
-Μάλιστα, δεν πειράζει, ωραίες είναι και οι σούπες, εμένα μου αρέσουν πολύ.
- Ναι κι εμένα όταν τις φτιάχνει ο μπαμπάς μου, είναι σπέσιαλ μάγειρας. Όλοι τρελαίνονται για τα φαγητά του.
- Αλήθεια; Αυτή είναι η δουλειά του;
- Όχι, όχι ο μπαμπάς είναι μεταφραστής στο υπουργείο εξωτερικών.
- Μπράβο του, έχει πολύ καλή δουλειά και θα βγάζει αρκετά χρήματα για το κοριτσάκι του.
- Δεν του φτάνουν όμως γιατί έχει και το Σπύρο μας.
- Ποιος είναι ο Σπύρος;
- Ο αδερφός μου.
Η Χρυσάνθη ξαφνικά έμεινε άφωνη για λίγο και μετά της είπε:
- Δεν ήξερα ότι είχες αδερφό.
- Κανονικά είναι αδερφός μου αλλά δε ζει μαζί μας, έχει άλλη μαμά τώρα. Δεν θα τον νοιάζει που πέθανε η μαμά μας, γιατί μόνο σε φωτογραφία την είχε δει. Είναι πολύ όμορφος ξέρεις, μοιάζει στο μπαμπά.
    Τότε θυμήθηκε τον μπαμπά της και ρώτησε: Μα που είναι ο μπαμπάς μου; Θέλω τον μπαμπά μου, άρχισε να κλαίει η Άννα
. Η Χρυσάνθη προσπάθησε να την ηρεμήσει, αλλά η μικρή δεν άκουγε τίποτα. Πλήρωσε γρήγορα και την πήρε και φύγανε. Η μικρή δε σταματούσε με τίποτα.
- Ησύχασε σε παρακαλώ, θα δεις τώρα που θα πάμε σπίτι, θα μας πάρει τηλέφωνο και θα του μιλήσεις, εντάξει;
Έγνεψε καταφατικά και σταμάτησε σκύβοντας το κεφάλι. Σε μισή ώρα είχαν φτάσει στο σπίτι κι εκεί τους περίμενε μια έκπληξη.