ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.7)

2016-05-15 23:41

-...Μας χτύπησε ο έρωτας και τους δυο. Αυτή την είχε κάνει πιο νευρική και έπαιρνε συνέχεια κάτι χάπια που της έφερναν ύπνο. Μετά από έναν χρόνο έμεινε έγκυος και παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο. Η εγκυμοσύνη την έκανε ακόμη πιο νευρική, ο γιατρός απαγόρευε τα φάρμακα, αλλά εκείνη τα έπαιρνε κρυφά. Από τότε άρχισε ο δικός μου Γολγοθάς. Όταν διαπίστωσα ότι έπαιρνε τα φάρμακα κρυφά, τα πήρα και της τα έκρυψα αλλά μάλλον της έκανα χειρότερο κακό, χωρίς να το ξέρω. Είχε γίνει αγνώριστη, δεν πίστευα στα μάτια μου. Όταν έδειξα στο γιατρό τα φάρμακα της, εκείνος αμέσως κατάλαβε περί τίνος πρόκειται και μου πρότεινε να τη βάλουμε σε μια ειδική ψυχιατρική κλινική μέχρι να γεννήσει. Εγώ δεν δέχτηκα, την αγαπούσα πάρα πολύ για να την αφήσω σε μια κλινική. Όμως, έπρεπε να το είχα κάνει, γιατί η εξέλιξη ήταν δραματική. Ο γιατρός μου είχε πει, πως αν δεν είχε προχωρήσει η εγκυμοσύνη της, θα της το έπαιρνε το παιδί, γιατί τα άτομα που πάσχουν από σχιζοφρένεια τις πιο πολλές φορές κάνουν κακό και στον εαυτό τους και στα δικά τους άτομα. Και έτσι αποδείχτηκε. Όλους τους μήνες της εγκυμοσύνης είχε πάθει πολλές κρίσεις, ώσπου μια μέρα, μόλις είχε μπει στον 7ο μήνα εγκυμοσύνης είχε χάσει τελείως τον έλεγχο, δεν τη πρόλαβα, άρπαξε ένα μαχαίρι και το έμπηξε στην κοιλιά της. Ευτυχώς ήμουν σπίτι και πρόλαβα να ειδοποιήσω ασθενοφόρο και σώθηκαν κι οι δυο, και ο γιος μου και εκείνη. Ο μικρός έμεινε ένα μήνα σε θερμοκοιτίδα και η γυναίκα μου δυο βδομάδες στην εντατική και μετά 3 μήνες σε ψυχιατρική κλινική. Εκείνο το διάστημα ο γιατρός της μου είπε ότι καλύτερα θα ήταν να την κάνουμε να πιστέψει ότι το έχασε το παιδί, γιατί αν θυμηθεί μπορεί να κάνει κακό και στον εαυτό της και στο παιδί.
Ο Νίκος σταμάτησε για λίγο και πετάχτηκε να ρίξει μια ματιά στη μικρή. Η Χρυσάνθη τον παρατήρησε με το βλέμμα της και σχολίασε από μέσα της «κρίμα, τόσο ωραίος άντρας, χαραμίστηκε» ενλω άρχισε να τον φαντάζεται δίπλα της. Την σκέψη της διέκοψε η φωνή του:

-Έχεις μια κουβέρτα;
- Ναι, ναι έχω κάτσε έρχομαι να σου δώσω.
    Έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα και του έφερε μία, η μικρή είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ.

- Θα πρέπει να την ξυπνήσω σε λίγο για να φύγουμε, να σε αποδεσμεύσω κι εσένα, να ησυχάσεις.
-Σε παρακαλώ, τι λόγια είναι αυτά; Επίσης δεν μου είπες τη συνέχεια της ζωής σου. Θα ήθελα πολύ να μείνετε εδώ απόψε και φεύγετε αύριο με την ησυχία σας. Βέβαια, αν δε σας πειράζει, θα βολευτείτε στον άλλο καναπέ στο σαλόνι, γιατί δεν έχω ταχτοποιήσει ακόμη το άλλο δωμάτιο.
-Όχι, δεν είναι σωστό.
- Σας παρακαλώ δεν το συζητάω για σήμερα. Λοιπόν πάμε έξω να συνεχίσουμε  το ποτό και τη κουβέντα μας; Τι λέτε;
- Σ’ ευχαριστώ πολύ Χρυσάνθημ της είπε κοιτώντας τη με βλέμμα που τη μαγνήτιζε, πρέπει να είσαι ένας πολύ ξεχωριστός άνθρωπος, αυτό μου δείχνουν τα μάτια σου.
    Εκείνη ένοιωθε να καίνε τα μάτια και τα μάγουλα της, λες και είχε πυρετό, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πάθει και βιάστηκε να ρωτήσει:
- Για πες λοιπόν, τι έκανες με το γιο σου;
    Εκείνος αναστέναξε βαθιά, δάκρυσε και άρχισε να μιλά.