ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (10)

 Η Μαρίνα τραβούσε με δύναμη τον Δημήτρη, ήθελε να εξαφανιστεί από εκεί. Εκείνος φώναζε και χτυπιόταν.

-Μαρίνα  γιατί με τραβάς;

-Δημήτρη φτάνει πια μη φωνάζεις, προχώρα στο αυτοκίνητο και θα σου τα εξηγήσω όλα.

Ο Δημήτρης  δεν άκουγε τίποτα, μονολογούσε φωνάζοντας.

-Φτάνει σου είπα η Άννα πέθανε.

-Αυτός εκεί πάνω φταίει ; Τη σκότωσε;

-Όχι.

-Τι κάνει σπίτι της αυτός; Πως είσαι τόσο σίγουρη ότι δε φταίει;

-Είμαι σίγουρη, είναι ο άντρας της.

-Μα τι λες η Άννα  δεν είναι παντρεμένη.

-Δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα, η Άννα  ήταν παντρεμένη με τον κύριο που είδες και πριν λίγες μέρες  αυτοκτόνησε.

-Ψέματα.

-Κι όμως είναι αλήθεια. Πνίγηκε σε μια παραλία.

-Εσύ που τα ξέρεις όλα αυτά;

-Μου τα είπε ο κύριος που είδες ήταν  ο  άντρας της.

Ξαφνικά ο Δημήτρης μπήκε  στο αυτοκίνητο και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνουν όλα αυτά, σκέφτηκε. Την έβγαλε από τις σκέψεις της  η φωνή του Παύλου:

-Μαρίνα μπορείς να μου εξηγήσεις τι γίνεται σε παρακαλώ;

-Δεν είναι κάτι που σε αφορά Παύλο και συγνώμη για το όλο σκηνικό.

-Φτάνουν τα ψέματα, κατάλαβα ότι με αφορά δεν είμαι βλάκας, αυτός ο άντρας γνώριζε την Άννα. Τι είδους γνωριμία είχαν;

-Δεν γνωρίζω.

-Μαρίνα είμαι σίγουρος ότι γνωρίζεις και πολύ καλά μάλιστα.

Τι να του έλεγε τώρα ότι η γυναίκα του είχε εραστή και ότι είχε μείνει έγκυος; Όχι δε λέγονται αυτά.

-Παύλο λυπάμαι αλλά έχω ένα επαγγελματικό ραντεβού και πρέπει να φύγω. Να τα πούμε κάποια άλλη στιγμή; Περνάνε ταξί απ’ δω;

Ο Παύλος προχώρησε λίγο πιο κάτω και της άνοιξε την πόρτα ενός αμαξιού, λέγοντας:

-Μπες μέσα να σε πάω εκεί που θες.

-Δε χρειάζεται.

-Μπες μέσα σε παρακαλώ.

Μπήκε και του είπε να την πάει στην πλατεία κοντά στο σπίτι της, που είχε ραντεβού με την Κική. Μόλις φτάσανε, πριν κατέβει η Μαρίνα, ο Παύλος τη ρώτησε:

-Είσαι καλά; (Φαινόταν πραγματικό το ενδιαφέρον του)

-Ναι καλά είμαι, εσύ;

-Δεν ήξερα ότι έμενες  Αθήνα.

-Ούτε εγώ.

-Τελικά πόσο μικρός είναι ο κόσμος.

-Ας πηγαίνω με περιμένουν, ευχαριστώ.

-Θα τα ξαναπούμε σύντομα.

Έφευγε και ένοιωθε  το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Η Κική ήταν εκεί και την περίμενε.

-Τι γίνεται φιλενάδα, ποιος είναι αυτός, καινούργιο φλερτ;

-Όχι καλέ τί είναι αυτά που λες;

-Ε όχι και τι λέω, τον είδα εγώ πως σε κοιτούσε, αλλά και εσύ τρέμεις ολόκληρη, τι έπαθες;

-Τι να σου λέω τώρα, ας τ’ αφήσουμε  τώρα αυτά, θα τα συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή. Τι έκανες από δουλειά;

-Λοιπόν βρήκα σε ένα κέντρο ευγηρίας που  χρειάζονται δυο άτομα, αλλά δε γνωρίζω τίποτα άλλο. Τι λες πάμε μαζί;

-Πάμε και βλέπουμε.

-Κάτι έχεις εσύ, εγώ σου λέω ότι βρήκα δουλειά και ούτε που ενθουσιάστηκες. Έρωτας είναι η αιτία.

-Τι έρωτας βρε  Κική μου.

-Σε βλέπω εγώ πως λάμπεις.

-Τι είναι αυτά που λες, δε με βλέπεις τι χάλι έχω, τα μαλλιά μου, το πρόσωπο μου. Αλήθεια ήταν είχε παραμελήσει τον εαυτό της.

-Λοιπόν φύγαμε, πάμε για καλλωπισμό, μαλλιά, περιποίηση προσώπου, νύχια, σήκω.

-Αμάν βρε Κική.

- Έλα, έλα δεν ακούω τίποτα.

Δεν μπόρεσε να της αντισταθεί και φύγανε για κομμωτήριο. Είχε δίκιο η Κική, μια ανανέωση τη χρειάζονταν.