ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (11)

 Είχε δίκιο τελικά η Κική, η ανανέωση της έκανε καλό ένιωσε και πάλι μια όμορφη γυναίκα. Την επόμενη μέρα πήγαν στο ραντεβού για τη δουλειά και την πήραν  λόγω της προϋπηρεσίας  που είχαν ,στάθηκαν τυχερές με την ανεργία που υπάρχει. Ήταν πιο μεγάλο το ωράριο και λιγότερα τα χρήματα, αλλά πάλι καλά που βρέθηκε και αυτό, τους έδωσαν στολές και σε τρεις μέρες ξεκινούσαν. Πήγε σπίτι  και άρχισε να προετοιμάζεται, ετοίμασε ρούχα, έπλυνε τις στολές και κάθισε να διαβάσει κάποιες οδηγίες  που τους είχαν δώσει. Δεν πρόλαβε να διαβάσει την πρώτη σελίδα και χτύπησε το κουδούνι της, αυτές τις μέρες ήταν κάτι που συνέβαινε  συχνά με τον Δημήτρη. Πήγε και άνοιξε φωνάζοντας:

-Τι θέλεις πάλι ρε Δημήτρη; Άσε με ήσυχη επιτέλους. Δεν ήταν ο Δημήτρης ήταν ο Παύλος.

-Όπως βλέπεις δεν είμαι ο Δημήτρης.

Η Μαρίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Εσύ;

-Ναι Μαρίνα εγώ.

-Πώς, πως ήξερες που μένω;

-Όποιος ψάχνει βρίσκει.

-Τι εννοείς;

Ο Παύλος χαμογέλασε.

-Πλάκα κάνω, μου έχουν στείλει μια αναφορά με την κατάθεση που έδωσες στον αστυνομικό του Βόλου και είχε την διεύθυνση σου.

Την Μαρίνα άρχισε να την πιάνει πανικός. Τι θα κάνει τώρα; Τι θα του έλεγε; Πώς να του εξηγήσει;

-Μαρίνα χλόμιασες, αν και ομολογώ πως τρόμαξα να σε γνωρίσω στην αρχή με τόσες ομορφιές.

Ένιωσε μια ζάλη και εκείνος την κράτησε. Ξαφνικά όμως έγινε κάτι αναπάντεχο, εμφανίστηκε ο Δημήτρης  δίνοντας μια δυνατή γροθιά στον Παύλο, ρίχνοντας τον κάτω και φώναζε δυνατά: Άφησε την κάτω, ρεμάλι, δε θα μου την πάρεις κι αυτή άκουσες;

Η Μαρίνα μόλις που πρόλαβε να καταλάβει τι γίνεται.

-Δημήτρη σταμάτα τι κάνεις τρελάθηκες, θα τον σκοτώσεις τον άνθρωπο. Η Μαρίνα προσπαθούσε να τον σταματήσει τραβώντας τον, ήταν μεθυσμένος, βρομούσε ολόκληρος.

-Άσε με μου πήρε την Άννα μου, τη σκότωσε.

-Η Άννα σου αυτοκτόνησε, σύνελθε  και τώρα φύγε από εδώ, εξαφανίσου. Έφυγε παραπατώντας και βρίζοντας. Έσκυψε πάνω από τον Παύλο, του είχε ματώσει και την μύτη και έτρεχαν αίματα, προσπάθησε ν’ ακούσει την αναπνοή του γιατί φαινόταν αναίσθητος.

-Kαλά είμαι, βοήθησε με να σηκωθώ.

-Πώς είσαι; Νόμιζα ότι έχασες τις αισθήσεις σου.

-Όχι καλά είμαι, απορώ πως δε βγήκε κανείς από τα διπλανά διαμερίσματα με τόση φασαρία.

-Ξενοίκιαστα είναι. Έλα πέρνα μέσα να σταματήσουμε την αιμορραγία στη μύτη σου.

-Έφυγε το κάθαρμα;

-Έφυγε.

-Είχες σχέση μ’ αυτόν τον άνθρωπο; Γι’ αυτόν θα έβαζες  τέλος στη ζωή σου; Την Άννα που την ήξερε;

-Σε παρακαλώ, ηρέμισε και θα σου πω.

-Δεν ξέρω τι να περιμένω πια απ’ αυτή τη ζωή.

Η Μαρίνα έβαλε δυο ποτήρια κρασί, κάθισαν στον καναπέ και άρχισε να του διηγείται πως είχαν τα πράγματα. Το μόνο που δεν του είπε ήταν για την εγκυμοσύνη, δε χρειαζόταν να τον πληγώσει κι άλλο. Εκείνος άρχισε να κλαίει σα μικρό παιδί.

-Δε ξέρεις και το άλλο της είπε. Η Άννα  ήταν έγκυος 4 μηνών απ’ αυτό το κάθαρμα, το έδειξε το πόρισμα της νεκροψίας.

Θεέ μου το ήξερε. Πόσο πολύ πονούσε, κάθισε δίπλα του και τον αγκάλιασε, έκλαψε στην αγκαλιά της, όπως ένα παιδί που κλαίει στην αγκαλιά της μάνας του. Η Μαρίνα δε πίστευε  ότι τον είχε στην αγκαλιά της, πόσο της είχε λείψει το φιλί του. Ο Παύλος σα να το αντιλήφθηκε  και τη φίλησε. Η Μαρίνα αφέθηκε στα χείλη του……………