ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (14)

Ο Παύλος σκεφτικός τη ρώτησε:

-Μαρίνα μήπως πρέπει να δεις κάποιον ειδικό;

-Τι εννοείς;

-Να μιλήσεις μ’ έναν ψυχολόγο.

-Παύλο πρέπει να σου ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας μην ανησυχείς. Μάλλον σ’ έχει πιάσει φοβία μετά το θάνατο της Άννας, ίσως πρέπει να δεις εσύ έναν ειδικό. Εγώ έχω κάποιον που τον επισκέπτομαι κατά καιρούς και με έχει βοηθήσει πολύ. Εσύ έχεις πάει;

-Όχι, δεν τα πήγαινα καλά μ’ αυτά. Κι αν πάω τι να του πω, ότι η γυναίκα μου αυτοκτόνησε εξαιτίας μου;

-Αυτό δεν είναι αλήθεια.

-Κι εσύ που το ξέρεις;

-Το ξέρω από το λίγο που σε γνωρίζω.

-Κι όμως εγώ φταίω.

-Αυτό που κάνεις τώρα στον εαυτό σου είναι λάθος, μην ξεχνάς ότι η Άννα είχε εξωσυζυγική σχέση.

-Ναι και μάλιστα με τον δικό σου Δημήτρη. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος τελικά. Ξέρεις όταν το ανακάλυψα μου τρυπώθηκε μια τρελή σκέψη στο μυαλό μου.

Διέκρινε μια ειρωνεία στη φωνή του.

-Τι σκέψη;

-Νόμιζα ότι γνώριζες τη σχέση τους και επίτηδες την άφησες να πνιγεί.

-Ακούς τι λες; Η Μαρίνα είχε γίνει εξωφρενών , δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Άνοιξε την πόρτα να κατέβει. Ο Παύλος της τράβηξε το χέρι λέγοντας:

-Μαρίνα στάσου συγνώμη, δεν ξέρω τι λέω. Συγχώρεσε με, σε παρακαλώ ξέρω ότι δε θα το έκανες, παρόλου που σε γνωρίζω τόσο λίγο είναι σα να σε ξέρω χρόνια, περισσότερο και από την Άννα.

-Παύλο δεν μπορώ άλλο κουράστηκα, άφησε με επιτέλους στην ησυχία μου, δεν αντέχω( του είπε πληγωμένη).

-Όχι δεν μπορώ να σ’ αφήσω εξαρτώμαι πλέον από σένα, όσο δεν σ’ έβρισκα σπίτι σου κόντεψα να τρελαθώ. Ξέρω σ’ έχω κάνει πολλά και σήμερα εγώ που δεν έχω απλώσει ποτέ χέρι σε γυναίκα σε χαστούκισα.

-Ξέρεις μπορώ να σου κάνω μήνυση γι’ αυτό.

-Ξέρω ότι δε θα το κάνεις.

Έμειναν αμίλητοι κι οι δυο. Κάποια στιγμή μίλησε ο Παύλος:

-Λέγε που να σε πάω;

-Πουθενά θα πάω μόνη μου.

-Όχι αυτό να το ξεχάσεις.

-Είναι μακριά.

-Μαρίνα λέγε σε παρακαλώ.

Τελικά του έδειξε το δρόμο. Της φάνηκε ότι γνώριζε το δρόμο. Όταν έφτασαν τη ρώτησε:

-Εδώ ποιος μένει;

-Εγώ.

-Αποκλείεται.

-Γιατί;

-Γιατί αυτό το σπίτι είναι του κύριου Κοσμά.

-Γνωρίζεις τον κύριο Κοσμά; (τον ρώτησε απορριμμένη).

Εκείνη τη στιγμή να σου κι ο Κοσμάς:

-Παύλο μου εσύ εδώ;

Ο κύριος Κοσμάς αγκαλιάστηκε με τον Παύλο, γνωρίζονταν. Η Μαρίνα είχε μείνει άφωνη.

Ο Κοσμάς τη ρώτησε:

-Μαρίνα δεν μου είπες ότι γνώριζες τον Παύλο, είστε συγγενείς;

-Όχι( απάντησε με το ζόρι).

Ο κύριος Κοσμάς συνέχισε να ρωτά τον Παύλο:

-Για πες Παύλο μου τι κάνει η γυναίκα σου, Άννα νομίζω τη λέγανε.

-Τη λέγανε ναι, πέθανε.

-Πέθανε; Ω συγνώμη, συλλυπητήρια φίλε μου. Μα πως, τι έγινε;

-Αυτοκτόνησε.

-Σοβαρά μιλάς;

-Απίστευτο κι όμως αληθινό.

Είχε βαρύνει πολύ η ατμόσφαιρα και ο κύριος Κοσμάς άλλαξε την κουβέντα:

-Τέλος πάντων ας τ’ αφήσουμε τώρα αυτά. Την Μαρίνα από που τη γνωρίζεις;

-Εε από το Πήλιο.

-Το τέλειωσες το σπίτι εκεί;

-Ναι αλλά δεν ξέρω ακόμη τι θα το κάνω.

-Λοιπόν ήρθατε την κατάλληλη στιγμή. Ελάτε στην αυλή έχω ετοιμάσει φωτιά, θα ψήσουμε ψάρια. Η Κική ετοιμάζει τις σαλάτες.

-Η Κική ποια είναι; Την κόρη σου Μαρία δεν τη λένε;

-Ναι, ναι την κόρη μου Μαρία τη λένε καλά θυμάσαι, αλλά τώρα έχω κι άλλες κόρες την Μαρίνα και την Κική. Του απάντησε γρήγορα και έτρεξε στην αυλή να ελέγξει τη φωτιά του στην ψησταριά.

Η Μαρίνα δεν άντεξε και ρώτησε τον Παύλο:

-Από πού τον ξέρεις τον κύριο Κοσμά;

-Εγώ του έφτιαξα αυτό το σπίτι.

-Τι δουλειά κάνεις; Δε μου είπες ποτέ.

-Δε με ρώτησες; Πολιτικός μηχανικός.

Ακούστηκε από πίσω τους η φωνή της Κικής:

-Που είσαι βρε Μαρίνα, άρχισα να ανησυχώ. Ωχ συγνώμη σας διέκοψα;

-Όχι, όχι έλα να σου γνωρίσω τον Παύλο.

Η Μαρίνα έκανε τις συστάσεις και η Κική συνέχισε ρωτώντας:

-Τι έκανες τελικά με την αλληλογραφία;

-Ήταν όλη στο παλιό μου σπίτι.

Ο Παύλος τις άφησε και πήγε στον κύριο Κοσμά λέγοντας ότι είχε πολύ καιρό να τον δει. Η Κική απορριμμένη τη ρώτησε:

-Γνωρίζει τον Κοσμά;

-Ναι, αυτός έκανε αυτό το σπίτι είναι πολιτικός μηχανικός.

-Πλάκα κάνεις.

-Όχι.

-Πω πω φιλενάδα ο Παύλος είναι το πεπρωμένο σου……………