ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (15)

Ο κύριος Κοσμάς βγήκε να τις φωνάξει:

-Άντε κορίτσια ελάτε είναι σχεδόν έτοιμα τα ψάρια.

-Ερχόμαστε, είπε η Κική.

Η Μαρίνα δεν ήθελε ούτε να φάει ούτε τίποτα, ένιωθε σα χαμένη. Ήθελε να εξαφανιστεί εκείνη τη στιγμή.

-Κική σε παρακαλώ, βρες μια δικαιολογία για μένα δε θέλω να έρθω, θέλω να πάω να ξαπλώσω το κεφάλι μου θα σπάσει.

-Μαρίνα δε γίνεται, θα προσβάλλεις τον κύριο Κοσμά, σε παρακαλώ.

-Ουφ δεν αντέχω άλλο, νομίζω ότι θα εκραγώ.

-Έλα ηρέμησε σε παρακαλώ. Έλα για λίγο και μετά θα στείλω μήνυμα στη Βάσω από τη δουλειά να σε πάρει τηλέφωνο και να πει ότι σε χρειάζονται για κάτι και να φύγεις.

-Αχ ναι σ’ ευχαριστώ.

Κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι και μάλιστα ‘’έτυχε’’ να κάτσει δίπλα στον Παύλο. Βιάστηκε η Κική να κάτσει δίπλα στον κύριο Κοσμά, οπότε η μόνη κενή θέση ήταν αυτή δίπλα στον Παύλο. Επικρατούσε μια γενική αμηχανία στο τραπέζι, όλοι ήταν σκυμμένοι και τρώγανε μετά μανίας, μέχρι και η Μαρίνα που τελευταία δεν είχε και πολύ όρεξη. Το πρόσεξε ο κύριος Κοσμάς και είπε:

-Επιτέλους κορίτσι μου είχα πολύ καιρό να σε δω να τρως έτσι.

-Πως έτσι δηλαδή;

-Σα λύκος. Γέλασαν όλοι μαζί. Συνέχισε ο Κοσμάς:

-Λοιπόν για να χαλαρώσουμε λίγο και να το ευχαριστηθούμε, έχω μια ιδέα. Πάω να φέρω κάτι και έρχομαι. Πήγε μες το σπίτι.

Ο Παύλος γύρισε προς τη Μαρίνα και την ακούμπησε ελαφρά με το χέρι του και κείνη πετάχτηκε σαν ελατήριο.

-Τι έπαθες; (τη ρώτησε)

-Τίποτα, τίποτα μάλλον με τσίμπησε κουνούπι.

Βγήκε ο κύριος Κοσμάς από το σπίτι, κρατώντας στα χέρια του μια κιθάρα.

-Παύλο νομίζω κατάλαβες τι εννοούσα. (Είπε ο Κοσμάς).

-Κοσμά δε γίνεται, πριν λίγο καιρό έχασα τη γυναίκα μου.

-Έλα Παύλο μου, σε παρακαλώ ξέρω ότι είναι το μόνο πράγμα που σε ηρεμεί και το κάνεις με ευχαρίστηση.

-Τέλος πάντων , θα σας πω ένα μικρό τραγουδάκι που το έγραψα πριν λίγο καιρό για ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο. Πήρε την κιθάρα στα χέρια του και αφού γύρισε προς τη Μαρίνα για να βολευτεί άρχισε να τραγουδά ένα υπέροχο τραγούδι με πολύ ωραία λόγια και μελωδία (θα έλεγε κανείς πως μιλούσε για κείνη). Όσο τραγουδούσε είχε τα μάτια του κλειστά. Την ώρα που τραγουδούσε ξανά το ρεφραίν, χτύπησε το κινητό της Μαρίνας, ήταν η Βάσω. Η Μαρίνα σηκώθηκε προσεκτικά και είπε στον κύριο Κοσμά και την Κική, ψιθυριστά ότι έπρεπε να πάει στη δουλειά για να μη διακόψει τον Παύλο. Μόλις βγήκε έξω, κοντοστάθηκε λίγο ν’ ακούσει το τέλος του τραγουδιού, δακρύζοντας και μετά ανέβηκε στο διαμέρισμα της. Ο Παύλος μόλις τέλειωσε, άνοιξε τα μάτια του, δεν είδε την Μαρίνα και σηκώθηκε όρθιος και ρώτησε:

-Που είναι η Μαρίνα;

-Ηρέμισε παιδί μου, την πήραν από τη δουλειά και χρειάστηκε να φύγει (του είπε ο Κοσμάς).

-Καλύτερα να πηγαίνω και εγώ τώρα, νομίζω πως το παράκανα.

-Μα τι είναι αυτά που λες του είπε η Κική, περάσαμε πολύ ωραία, να μας ξανάρθεις.

-Εννοείται είπε κι ο κύριος Κοσμάς.

Σηκώθηκαν να τον αποχαιρετήσουν, τον πήγαν μέχρι την πόρτα και μετά πήγαν να μαζέψουν το τραπέζι. Ο Παύλος φεύγοντας γύρισε προς το σπίτι και είδε τη Μαρίνα που ήταν καθισμένη στο παράθυρο, την κοίταξε και εκείνη όταν συνειδητοποίησε ότι την έβλεπε, τράβηξε απότομα την κουρτίνα και τον είδε πίσω από την κουρτίνα που χαμογελούσε.

Σίγουρα με είδε, τι να σκέφτηκε άραγε;