ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (2)

Η Μαρίνα κάθησε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει. Γιατί δεν τα κατάφερα  θεέ μου έλεγε συνέχεια. Έφερνε στο μυαλό της την εικόνα αυτού του άντρα και τον λυπόταν πολύ, ένας τόσο ωραίος άντρας , που αγαπούσε τη γυναίκα του και θα έφτιαχνε οικογένεια μαζί της τώρα τα είχε χάσει όλα. Τι κρίμα. Δεν άντεχε άλλο και βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Βγαίνοντας στα σκαλοπάτια της βρήκε ξαπλωμένο τον άντρα μ΄ένα άδειο μπουκάλι ουίσκυ στα χέρια του, ήταν μεθυσμένος. Προσπάθησε να του μιλήσει αλλά εκείνος δεν αντιδρούσε. Άνοιξε την πόρτα της και τον τράβηξε μέσα, τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του και μόλις την είδε την έριξε στον καναπέ και άρχισε να την αγκαλιάζει και να την φιλάει με μανία.

- Σας παρακαλώ σταματήστε, τι κάνετε; Αλλα εκείνος τίποτα. Τότε η Μαρίνα του άστραψε ένα χαστούκι και αυτός έπεσε ξερός στον καναπέ, σηκώθηκε και τον άφησε εκεί. Έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο  και όταν αντίκρυσε τον εαυτό της στον καθρέφτη τρόμαξε, τα χείλη της είχαν ματώσει. Πλύθηκε και βγήκε να δει αν ήταν ακόμη εκεί. Ήταν ξαπλωμένος όπως τον είχε  αφήσει, τον είχε πάρει ο ύπνος. Κάθησε στην πολυθρόνα απέναντι και άρχισε να τον παρατηρεί: ήταν γυμνασμένος και ωραίος άντρας αλλά παρόλου που δε φαινόταν πάνω από 35 χρονών είχε πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο του και μια ουλή στο μπράτσο του. Περίεργο αλλά η Μαρίνα μετά από όσα έγιναν δεν τη φόβιζε αυτός ο άνθρωπος αντίθετα όταν τη φιλούσε ένοιωσε ρίγη σ' όλο της το κορμί. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό,μάλλον τρελλάθηκα έλεγε και ξανάλεγε. Υποτίθεται ότι πήγε εκεί για να ξεχάσει τα όσα είχε περάσει με τον Δημήτρη και να ξαναβρεί τον εαυτό της. Όχι απλά ξέχασε το Δημήτρη αλλά είχε βάλει άλλες σκέψεις στο κεφάλι της. Αναρωτιόταν αν ήταν φυσιολογικά όλα αυτά. Αυτό που ένοιωσε από τα φιλιά αυτού του άντρα δεν το είχε νοιώσει ποτέ με το Δημήτρη. Όσο σκεφτόταν αυτά την πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα. Όταν ξύπνησε, πετάχτηκε όρθια σαν ελατήριο, κοίταξε στον καναπέ και ο άντρας έλειπε. Στεναχωρήθηκε που δεν τον είδε, έτρεξε άνοιξε την πόρτα με λαχτάρα μήπως τον προλάβει και άρχισε να φωνάζει: κύριε που είστε μ' ακούτε; Μα τι κάνω; Μάλλον δεν πάω καλά, δεν ξέρω ούτε τ' όνομα του. Μπήκε μέσα σα χαμένη  σα ζαλισμένη, ένοιωθε ένα κενό. Πέρασαν δυο μέρες και η Μαρίνα είχε μια κρυφή ελπίδα να τον ξαναδεί. Απορούσε με τον εαυτό της που σκεφτόταν συνέχεια έναν άγνωστο και όχι το Δημήτρη. Την τρίτη μέρα αποφάσισε να τα ξεχάσει και επειδή είχε πολύ ωραία μέρα ετοιμάστηκε και πήγε για μπάνιο εκεί μπροστά στο σπίτι της. Η θάλασσα ήταν υπέροχη. Δεν είχε κόσμο μόνο ένας ψαροντουφεκάς κολυμπούσε πιο βαθιά. Βούτηξε, κολύμπησε λίγο αλλά είχε συνεχώς μπροστά της την εικόνα της γυναίκας που πνιγόταν. Βγήκε και κάθησε στον ήλιο, ξάπλωσε ανάσκελα, έβαλε ένα καπέλο στο πρόσωπο της και έκλεισε τα μάτια της. Ξαφνικά την έπιασαν τα κλάματα και τα δάκρυα της μούσκευαν τη πετσέτα της. Πάλι οι ίδιες σκέψεις: γιατί να μην μπορέσω να τη σώσω γιατί; μήπως άργησα να βουτήξω; Το είχε βάρος στη συνείδηση της, έκλαιγε ασταμάτητα και με λυγμούς. Τη συνέφερε μια φωνή:

- Είστε καλά; Ακούγοντας τη φωνή σηκώθηκε αμέσως όρθια. Συγνώμη σας τρόμαξα;

-Όχι, όχι, είχα πολύ ένταση μέσα μου και μου βγήκε με κλάμα.(θεέ μου αυτός ήταν).

- Εσείς πως είστε; τον ρώτησε βιαστικά.

-Το παλεύω.

- Δε σας κατάλαβα πότε φύγατε τις προάλες.

- Δεν πειράζει καλύτερα.

-Μένετε εδώ κοντά;

-Ναι, γειά σας, είπε και έφυγε γρήγορα. Σ' ένα  δευτερόλεπτο είχε εξαφανιστεί.