ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (21)

Ο Παύλος επέστρεψε σπίτι φορτωμένος με ψώνια από το σούπερ- μάρκετ και άρχιζε να φωνάζει τη Μαρίνα για να τον βοηθήσει.

-Μαρίνα που είσαι, δεν μ’ ακούς;

Μπαίνοντας μέσα, άκουσε τις φωνές της και τρόμαξε. Άφησε κάτω τις σακούλες και έτρεξε γρήγορα πάνω να δει τι γίνεται.

Η Μαρίνα φώναζε:

-Όχι, όχι κάνεις λάθος, φύγε, άσε με( χτυπιόταν σα το ψάρι).

Ο Παύλος ανήσυχος, προσπαθούσε να την ξυπνήσει.

-Αγάπη μου, ξύπνα, τι έπαθες; Άνοιξε τα μάτια σου εφιάλτης είναι.

Άνοιξε τα μάτια της τρομαγμένη.

-Παύλο, εγώ πρέπει να φύγω από δω τώρα, δε μπορώ να είμαι εδώ, δεν έχω καμιά δουλειά στο σπίτι της.

-Αγάπη μου σε παρακαλώ ηρέμησε και πες μου τι είδες.

-Πως με είπες; (Τότε συνειδητοποίησε ότι την έλεγε αγάπη του)

-Αγάπη μου, έχεις πρόβλημα;

-Ναι δεν πρέπει, δεν το καταλαβαίνεις;

-Μαρίνα θα μου πεις τι είδες και αναστατώθηκες τόσο;

-Δεν ξέρω αν πρέπει.

-Πρέπει, λέγε.

Η Μαρίνα του διηγήθηκε το όνειρο και του είπε, ότι το είχε ξαναδεί τότε που πνίγηκε η Άννα και υπέθεσε ότι ήταν από τις τύψεις που είχε, που δεν μπόρεσε να τη σώσει.

-Μαρίνα εσύ δε φταις σε τίποτα, όσο για τον άντρα που λες ότι της έκλεψες δεν ισχύει. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, εκείνη σου έκλεψε τον άντρα. Όσο για το σπίτι, ποτέ δεν της άρεσε, όλο μόνος μου το έκανα, εκείνη ήρθε όλο κι όλο τρεις φορές.

-Αλήθεια λες, αυτό το σπίτι είναι παραμυθένιο.

-Σ’ άρεσε;

-Πάρα πολύ, το λάτρεψα μόλις το είδα. Νομίζω ότι θα είναι λάθος να το πουλήσεις. Αν είχα τα χρήματα που ζητάς, θα τ’ αγόραζα.

-Άντε σήκω τώρα να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου και μην τα σκέφτεσαι άλλο αυτά. Εγώ ανάβω το τζάκι και κατεβαίνω να ταχτοποιήσω τα ψώνια και να σου μαγειρέψω.

-Ψώνισες για να μου μαγειρέψεις;

-Ναι θα ετοιμάσω κάτι σπέσιαλ.

-Ξέρεις;

-Και βέβαια, τι με πέρασες, έμοιασα της μάνας μου.

-Θα σε βοηθήσω κι εγώ.

Κατέβηκαν κάτω και αφού ταχτοποίησαν τα ψώνια, ο Παύλος άρχισε να μαγειρεύει, χοιρινά φιλετάκια με σάλτσα μουστάρδας και νιόκι. Η Μαρίνα όταν άκουσε το μενού, τον ρώτησε:

-Μήπως εκτός από πολιτικός μηχανικός και τραγουδιστής, είσαι και μάγειρας;

-Και ακόμη δεν είδες τίποτα( της είπε με νόημα).

Η Μαρίνα γέλασε.

-Σε παρακαλώ μη ξανακλάψεις, όταν γελάς φωτίζεται ο τόπος.

-Τα παραλές.

-Όχι. Κι άρχισε να την γαργαλάει.

-Παύλο μη τι κάνεις, τρελάθηκες;

-Με τρέλανες εσύ. (Την κοίταξε πονηρά). Κάτσε δυο λεπτά να πάω να φέρω ένα κρασί, από κάτω.

-Που κάτω; Να πάω εγώ.

-Στην αποθήκη έχω κάβα, θα πάω εγώ να διαλέξω ένα ξηρό.

-Κατάλαβα είσαι και ειδικός στα κρασιά.

Μόλις κατέβηκε ο Παύλος στην αποθήκη, χτύπησε το κινητό της, ήταν η Κική.

-Έλα Μαρίνα, τι γίνετε, φτάσατε;

-Ναι Κική μου, φτάσαμε.

-Όλα καλά;

-Πολύ καλά( της είπε και γέλασε).

-Α, κατάλαβα, καλά κλείνω και όπως είπαμε άσε τον εαυτό σου ελεύθερο.

-Ότι πεις, γεια.

Μόλις ανέβηκε κι ο Παύλος.

-Η Κική, ήθελε να δει αν φτάσαμε.

Ο Παύλος, άνοιξε το κρασί και αφού έσβησε μ’ αυτό το φαγητό, γέμισε δυο ποτήρια για να πιουν.

-Έλα να πιούμε, ένα ποτηράκι, να ζεσταθούμε.

-Μμμ πολύ ωραίο κρασί.

Το ένα ποτηράκι έγιναν τρία και η Μαρίνα, άρχισε να χαλαρώνει και να νιώθει μια ελαφριά ζάλη. Ο Παύλος το κατάλαβε, και όταν του ζήτησε κι άλλο, αυτός της είπε:

-Όχι άλλο Μαρίνα, δε σε θέλω μεθυσμένη.

Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

-Με θέλεις;

Εκείνος δεν έχασε την ευκαιρία, έσβησε το φαγητό και την αγκάλιασε.

-Μαρίνα μη με προκαλείς, δεν μπορώ να κρατηθώ.

-Μη κρατηθείς, τότε.

Άρχισε να τη φιλάει με πάθος, την πήρε αγκαλιά και ανεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά την πήγε και την ξάπλωσε, πάνω στη φλοκάτη, μπροστά στο τζάκι. Η στιγμή ήταν μαγική, το πάθος τους είχε πλημμυρίσει το δωμάτιο. Ο έρωτας τους, πραγματικό ηφαίστειο. Η Μαρίνα νόμιζε ότι ονειρευόταν. Όταν τέλειωσε, και οι δυο ικανοποιημένοι, χαμογέλασαν πονηρά με ευχαρίστηση.