ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (22)

Ζούσε επιτέλους τον απόλυτο έρωτα. Ο Παύλος φαινόταν κι αυτός ικανοποιημένος. Τόλμησε να τον ρωτήσει:

-Τι σημαίνει για σένα αυτό που κάναμε;

-Μαρίνα μη μιλάς, χαλάρωσε, ήταν απολαυστικό. Την αγκάλιασε ξανά και τη φίλησε με πάθος. Κάποια στιγμή σταμάτησε και σηκώθηκε λέγοντας:

-Κάτσε εσύ εδώ, όπως είσαι, πάω να φέρω το φαγητό εδώ για να φάμε.

-Να σε βοηθήσω.

-Όχι, όχι μην κουνηθείς, σε 5 λεπτά έφτασα. Άστα όλα πάνω μου.

Άνοιξε ένα ντουλάπι και της έδωσε μια μαλακιά κουβέρτα, να σκεπαστεί, για να μην κρυώσει. Η Μαρίνα τυλίχτηκε με την κουβέρτα και γελούσε από χαρά σα τη χαζή. Προχώρησε προς το παράθυρο, η θέα από κει ήταν καταπληκτική. Εκεί που κοιτούσε, ξαφνικά έπιασε το μάτι της, έναν άντρα ηλικιωμένο πίσω από έναν θάμνο. Ποιος να ήτανε άραγε; Ήταν κοντά στο μονοπάτι που οδηγούσε στην παραλία. Μήπως ήταν κανένας κηπουρός. (Σκέφτηκε). Ένιωσε σα να την έβλεπε και τράβηξε απότομα την κουρτίνα. Εκείνη τη στιγμή έφτασε ο Παύλος, μ’ έναν δίσκο που γινόταν τραπεζάκι, γεμάτο με υπέροχα πιάτα.

-Παύλο τι είναι όλα αυτά; Καλά δε παίζεσαι.

-Για το μωρό μου, το σέξι. Άφησε το δίσκο και έσκυψε και τη φίλησε.

-Μμμ, φτάνει πρέπει να πάρω δυνάμεις.

-Ναι, γιατί δε ξέρεις τι σε περιμένει μετά. Τρώγε.

Είχε μαγειρέψει τέλεια και η Μαρίνα έτρωγε με τόση όρεξη, που ο Παύλος έβαλε τα γέλια.

-Από πότε έχεις να φας;

-Τι εννοείς;

-Δε σηκώνεις κεφάλι από τα πιάτα. Συνέχισε να γελά.

-Παύλο σταμάτα, μη με κοροϊδεύεις γιατί θα σηκωθώ να φύγω.

-Ούτε που να το σκεφτείς.

-Α, για να σε ρωτήσω κάτι άλλο;

-Τι, ακούω.

-Έχεις κηπουρό;

-Ναι έχω, γιατί;

-Σα να τον είδα στον κήπο.

-Δε νομίζω, εκείνος πάντα με παίρνει πρώτα τηλέφωνο.

-Μήπως σε πήρε και δεν τ’ ακούσαμε, ξέρεις την ώρα που….

Έσπρωξε το δίσκο, την κοίταξε και της είπε:

-Την ώρα που……., σταμάτησε και άρχισε να τη φιλάει. Μυρίζεις τόσο ωραία, με τη σάλτσα μουστάρδας που έφαγες.

-Εεε, δεν είμαι κοτόπουλο.

-Δεν είσαι; Το πάθος φούντωσε πάλι και τα  κορμιά τους έγιναν ένα. Όταν σταμάτησαν χαλαρωμένοι, τους πήρε ο ύπνος. Η Μαρίνα κοιμόταν στην αγκαλιά του, αλλά πάλι ο ύπνος της έγινε εφιάλτης. «Πάλι το ίδιο όνειρο, αλλά αυτή τη φορά ήταν κι άλλο πρόσωπο, την ακολουθούσε ένας γέρος, ο οποίος μετά την κυνηγούσε με ένα ξύλο να την χτυπήσει. Εκείνη έτρεχε να γλυτώσει, αλλά δεν υπήρχε άλλο μέρος να ξεφύγει παρά μόνο η θάλασσα. Η Μαρίνα είχε ιδρώσει και στριφογύριζε. Ένιωσε ένα χέρι να τη τραβάει.

-Μαρίνα, ξύπνα σε παρακαλώ.

-Άσε με σου λέω.

-Μαρίνα ο Παύλος είμαι, άνοιξε τα μάτια σου σε παρακαλώ.

Η Μαρίνα άνοιξε τα μάτια της τρομαγμένη και είδε τον Παύλο. Εκείνος ανήσυχος τη ρώτησε:

-Αγάπη μου σε παρακαλώ, πες μου τι έγινε, τι έπαθες πάλι; Ο ίδιος εφιάλτης;

-Ναι αλλά αυτή τη φορά, με κυνηγούσε ένας ηλικιωμένος άντρας. Μου φάνηκε σα τον κηπουρό σου.

-Έλα ησύχασε, στεναχωριέμαι γιατί εξαιτίας μου το έπαθες αυτό, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε.

-Δε φταις εσύ Παύλο.

-Και όμως φταίω, θυμάσαι και εγώ μαζί σου τα έβαλα, έριξα όλο το φταίξιμο πάνω σου όταν πέθανε η Άννα.

-Δε θέλω να μιλήσουμε γι’ αυτό.

-Οκέι, το σταματάω εδώ, έχω μια καλύτερη ιδέα, δώσε μου μισό λεπτό. (Κατέβηκε γρήγορα κάτω). Η Μαρίνα είχε ακόμη στο μυαλό της τον άντρα που την κυνηγούσε στο όνειρο της. Ο Παύλος την έβγαλε από τις σκέψεις της, όταν ανέβηκε πάνω κρατώντας τη κιθάρα του και δυο καφέδες. Άρχισε να παίζει και να τραγουδά. Όλα ήταν υπέροχα, όπως τα ήθελε, αλλά αυτή την εικόνα την επισκίαζε η ομίχλη του εφιάλτη της…………