ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (23)

Η βραδιά κύλησε πολύ όμορφα και κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι μπροστά στο τζάκι. Κάποια στιγμή μες τη νύχτα, η Μαρίνα άκουσε έναν θόρυβο, σα ποτήρι που σπάει και ξύπνησε. Ο Παύλος δεν ήταν δίπλα της, σηκώθηκε, τυλίχτηκε με την κουβέρτα και κατέβηκε να τον βρει.

-Παύλο; Παύλο που είσαι; (Άρχισε να φοβάται ). Τότε άκουσε βήματα και γύρισε να δει.

-Επιτέλους εδώ…………. Ξαφνικά σταμάτησε να μιλά γιατί μπροστά της εμφανίστηκε ο ηλικιωμένος που είχε δει από το παράθυρο. Κρατούσε στο χέρι του, ένα ξύλο και την κοιτούσε αγριεμένος.

-Είστε ο κηπουρός; Τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.

-Πάψε. Της είπε εκείνος.

Δεν της έφτανε η τρομάρα της, ήταν γυμνή και φοβόταν μην της πέσει η κουβέρτα και τη δει. Ξαφνικά είδε από πίσω του, τον Παύλο με το εσώρουχο του και το κεφάλι του μες τα αίματα. Τρόμαξε τόσο πολύ, που φώναξε:

-Παύλο τι έπαθες; Μετάνιωσε που μίλησε, γιατί ο ηλικιωμένος γύρισε κατά πάνω του και τον ξαναχτύπησε. Ο Παύλος έτρεξε να ξεφύγει και εκείνος άρχισε να τον κυνηγά, πήγαιναν προς το μονοπάτι που οδηγούσε στην παραλία.

Η Μαρίνα αν και πολύ τρομαγμένη, έριξε δυο ρούχα πάνω της, πήρε το μπουφάν της, το κινητό της, ένα μαχαίρι και έτρεξε να τους προλάβει. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τρελός, ήθελε να σκοτώσει τον Παύλο. Μόλις έφτασε, τους βρήκε στη θάλασσα, αυτός χτυπούσε με μανία τον Παύλο, ώσπου τον άφησε αναίσθητο. Η Μαρίνα δεν άντεξε:

-Φτάνει τι κάνεις εκεί άνθρωπε μου τρελάθηκες, θα πνιγεί. Γύρισε και της άστραψε ένα χαστούκι λέγοντας ασυναρτησίες:

-Πάψε, να πνιγεί κι αυτός σαν το παιδί μου.

-Τι λες;

Άρχισε να τη χτυπά κι εκείνη για να τον αποφύγει, άρχισε να του πετά άμμο στα μάτια, ώσπου δεν άντεξε και έπεσε κάτω. Τον έβλεπε που έφευγε, ένιωθε πολύ χάλια, αλλά έβαλε όση δύναμη της απέμεινε και σηκώθηκε να δει για τον Παύλο. Ήταν εκεί αναίσθητος, έπρεπε να τον βγάλει, να τον σώσει, δε θα άντεχε να τον χάσει και μάλιστα μ’ αυτόν τον τρόπο. Τότε θυμήθηκε που είχε πάρει το κινητό της, το άνοιξε και ειδοποίησε την αστυνομία. Μπήκε στην παγωμένη θάλασσα και προσπάθησε να τον τραβήξει έξω, αλλά ήταν κι εκείνη χτυπημένη και ένιωθε να χάνει τις αισθήσεις της. Μπαίνοντας στη θάλασσα της φάνηκε ότι είδε ένα ψαράδικο και άρχισε να φωνάζει βοήθεια και να αναβοσβήνει το κινητό της, ώσπου λιποθύμησε. Όταν συνήλθε, βρισκόταν σ’ ένα ασθενοφόρο.

-Τι έγινε, που είμαι;

-Ησύχασε, της είπε μια νοσοκόμα.

-Ο Παύλος; Ο Παύλος ζει;

-Ο άντρας σου; Έφυγε πριν από σένα, χρειάστηκε να του κάνουμε ηλεκτροσόκ, ήταν πολύ χτυπημένος στο κεφάλι. Ας ελπίσουμε να τα καταφέρει.

-Θα τα καταφέρει, αλλά πρέπει να πάω γρήγορα κοντά του, να του μιλήσω. Άρχισε να κλαίει.

-Σας παρακαλώ ηρεμίστε, είστε κι εσείς πολύ χάλια, σε λίγο φτάνουμε θα μάθουμε.

-Δε θέλω να τον χάσω. Έκλαιγε και έτρεμε ολόκληρη. Η νοσοκόμα κατάφερε να την ηρεμίσει μόνο με ηρεμιστική ένεση. Όλα άλλαξαν από τη μια στιγμή στην άλλη………