ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ(25)

Όπως και οι επόμενες δυο μέρες, ήταν εφιαλτικές. Τη δεύτερη μέρα δεν άντεξε, σηκώθηκε και πήγε κρυφά στον Παύλο. Μόλις έφτασε έξω από το δωμάτιο του, ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις της, αν δεν τη προλάβαινε η μητέρα του Παύλου, θα έπεφτε κάτω.

-Γιατί σηκώθηκες κορίτσι μου, δεν είσαι καλά ακόμη. Την πήρε και την έβαλε να καθίσει σε μια πολυθρόνα.

-Πρέπει να τον δω για να συνέλθει.

-Τον αγαπάς πολύ εσύ. Κι εκείνος το ίδιο πρέπει να νιώθει, γιατί ήταν η πρώτη φορά που μου μίλησε αμέσως  για μια κοπέλα. Ήταν ενθουσιασμένος που σε γνώρισε, αλλά νόμιζε ότι ήσουν με άλλον. Το αγόρι μου, μετά από αυτό που έπαθε με την Άννα δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Τον είχα προειδοποιήσει, όταν μια κοπέλα δε θέλει να δει τους γονείς σου και δεν τους υπολογίζει, κάποια στιγμή δεν θα υπολογίσει ούτε και σένα.

-Δεν την είχατε δει;

-Μόνο δυο φορές, μια στον αρραβώνα και μια στον γάμο. Είχε πολλά ψυχολογικά προβλήματα αυτή η κοπέλα, ο πατέρας της χτυπούσε συνέχεια τη μάνα της και εκείνη δεν άντεξε την όλη κατάσταση  έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε.

-Τι κρίμα.

-Ας τα αφήσουμε τώρα αυτά.

-Ο πατέρας της πρέπει να πάει φυλακή για όλα αυτά που έκανε, μάλλον αυτός φταίει που αυτοκτόνησε η κόρη του.

-Δε βαριέσαι κόρη μου, υπάρχει και η θεία δίκη.

-Του κάνατε μήνυση;

-Όχι, αλλά να’ σαι σίγουρη, ότι κάποια στιγμή θα πληρώσει για όσα έχει κάνει.

-Έπρεπε να του κάνατε μήνυση για το γιο σας.

-Η εκδίκηση δεν είναι πάντα η λύση.

Τι ήρεμη γυναίκα που ήταν και η φωνή της τόσο γαλήνια.

-Να σας ζητήσω μια χάρη;

-Άστο, κατάλαβα, έλα σήκω να σε πάω στον Παύλο μου, για λίγο όμως.

-Ναι ευχαριστώ.

Τη βοήθησε και την έβαλε να κάτσει εκεί δίπλα του. Η Μαρίνα του’ πιασε το χέρι, ο Παύλος άνοιξε τα μάτια του και είπε τ’ όνομα της, εκείνη άρχισε να κλαίει από τη χαρά της, βαθιά μέσα της ήξερε πως αν τον άγγιζε θα συνέρχονταν.

Τις επόμενες μέρες, ο Παύλος συνήλθε εντελώς και τον έβαλαν σε κανονικό δωμάτιο. Όσο για τον πατέρα της Άννας, μάθανε ότι έπαθε έμφραγμα και πέθανε, τελικά υπάρχει η θεία δίκη. Η Μαρίνα είχε πάρει εξιτήριο πιο νωρίς αλλά δεν έφευγε ούτε λεπτό δίπλα από τον Παύλο. Ορκίστηκε ότι θα έβγαιναν και οι δυο από κει, έτσι και έγινε.

Εντωμεταξύ οι γονείς της Μαρίνας, είχαν μάθει τα δυσάρεστα και ήρθαν νωρίτερα. Η Μαρίνα και ο Παύλος βγήκαν από το νοσοκομείο, την παραμονή των Χριστουγέννων. Οι γονείς τους, τους ετοίμασαν μια έκπληξη. Στόλισαν γιορτινά το σπίτι του Παύλου, στο Πήλιο και πήγαν όλοι μαζί εκεί να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.

Ο Παύλος είχε ζητήσει από τη μητέρα του, να του αγοράσει ένα μονόπετρο για την Μαρίνα, θα της έκανε πρόταση γάμου.

Οι γονείς της Μαρίνας και του Παύλου, τα είχαν βρει σε όλα και έκαναν καλή παρέα. Στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχαν καλέσει και τον κύριο Κοσμά με την Κική. Η Μαρίνα στην αρχή, δεν ήταν θετική στην ιδέα να πάνε σε κείνο το σπίτι. Αλλά αφού το σκέφτηκε λίγο, παραδέχτηκε ότι ήταν το ιδανικό μέρος. Ήταν αυτό που σημάδεψε τη ζωή της, σ’ εκείνο το σπίτι, έζησε την πιο όμορφη στιγμή της με τον Παύλο αλλά και τη χειρότερη της. Ευτυχώς όμως όλα πέρασαν. Τα Χριστούγεννα αυτά θα τα θυμόταν για μια ζωή, όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα μαζί χαμογελαστά και ευχαριστημένα. Αφού έφαγαν και ήπιαν, οι γονείς της τους κάλεσαν όλους και στο δικό τους σπίτι, εκτός τη Μαρίνα και τον Παύλο, η μητέρα της το κανόνισε λέγοντας:

-Εσείς μην έρχεστε κόρη μου, ο Παύλος πρέπει να ξεκουράζεται, και της έκλεισε το μάτι. Η Μαρίνα κατάλαβε ότι ήθελε να τους αφήσει μόνους, Αφού τους χαιρέτησαν όλους, έμειναν οι δυο τους. Μόλις έκλεισαν την πόρτα, ο Παύλος την κοίταξε πονηρά.

-Τι συμβαίνει; Γιατί με κοιτάς έτσι; (Τον ρώτησε η Μαρίνα).

Εκείνος δε μίλησε, την πήρε αγκαλιά και την ανέβασε πάνω μπροστά στο τζάκι.

-Μην κουνηθείς, σ’ ένα λεπτό έρχομαι.

-Παύλο σε παρακαλώ, πρόσεχε.( Άθελα της θυμήθηκε όσα είχαν συμβεί).

-Μη φοβάσαι αγάπη μου, όπως βλέπεις ο κόσμος να χαλάσει, εμείς θα είμαστε για πάντα μαζί.

Κατέβηκε γρήγορα και σε ένα λεπτό ήταν πίσω. Είχε αλλάξει ρούχα, φορούσε ένα επίσημο κουστούμι με παπιγιόν, έβαλε και ένα cd με ωραία μουσική να παίζει και πήγε δίπλα της.

-Τι γίνεται Παύλο, θα πάμε κάπου; Να πάω να ντυθώ κι εγώ.

-Όχι εσύ δε θα ντυθείς, μάλλον θα γδυθείς.

-Μα πως εσύ………..

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και ο Παύλος έβγαλε από την τσέπη του, ένα κουτάκι μ’ ένα πολύ ωραίο δαχτυλίδι, γονάτισε και της είπε:

-Θέλεις να με παντρευτείς Μαρίνα, να ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου δίπλα μου;

-Ναι, ναι αγάπη μου θέλω. (Δάκρυα χαράς κυλούσαν από τα μάτια της).

Η ευτυχία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους, ο έρωτας τους έκρηξη χαράς και ευχαρίστησης.

Μετά από ένα χρόνο ο Παύλος και η Μαρίνα παντρεμένοι και με δυο πανέμορφα κοριτσάκια, η Μαρίνα είχε γεννήσει δίδυμα. Μαζεύτηκαν πάλι όλοι μαζί να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα στο παραμυθένιο τους σπίτι στο Πήλιο. Όλα ήταν υπέροχα. Το βράδυ μόλις κοίμισαν τα δίδυμα και αποχαιρέτησαν τους καλεσμένους, ο Παύλος της είπε:

-Ήρθε η ώρα να ξαναζήσουμε τη «στιγμή», σε θέλω το ίδιο όπως και τότε. Μου ‘χεις κλέψει την καρδιά.

-Και συ τη δική μου.

-Τέλος στις «κλεμμένες αγάπες», τώρα μιλάμε για «κλεμμένες καρδιές».

                                             Τέλος

                         ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΤΣΙΑΚΙΡΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ