ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (4)

Εκεί που ήταν καθισμένη την πήρε ο ύπνος και ένα όνειρο απλωνόταν μπροστά της << Η Μαρίνα και ο Παύλος καθισμένοι στην παραλία. Ο Παύλος την είχε στην αγκαλιά του, της σιγοψυθίριζε ένα τραγούδι και εκείνη χαμογελούσε ευχαριστημένη. Εκεί μπροστά τους έπαιζαν με την άμμο τα τρία τους παιδιά. Τα δυο αγοράκια έφτιαχναν πύργους και η μικρή τους αδερφούλα μάζευε πετρούλες στο κουβαδάκι της. Απολάμβαναν τις διακοπές τους οικογενειακώς. Ξαφνικά σηκώθηκαν τρομαγμένοι γιατί δεν έβλεπαν πουθενα τα παιδιά, φώναζαν τα ονόματα τους και έτρεχαν σαν τους τρελλούς. Όταν κοίταξαν στη θάλασσα τα παιδιά βρίσκονταν πολύ βαθιά και κινδύνευαν να πνιγούν. Η Μαρίνα ούρλιαζε και έτρεχε να τα σώσει, τότε μια φωνή τη σταμάτησε: -Γιατί κάνεις έτσι, τα παιδιά είναι δικά μου και έρχονται μαζί μου το ίδιο και ο Παύλος(ήταν η Άννα). Γύρισε το κεφάλι της δεξιά και είδε τον Παύλο να πνίγεται, άρχισε να φωνάζει, να κλαίει και να παρακαλάει την άλλη γυναίκα να μην τους πάρει κοντά της>>. Ξύπνησε μες τον ιδρώτα, δεν μπορούσε να συνέλθει, αυτό δεν ήταν όνειρο ήταν σωστός εφιάλτης.Τι να σήμαινε άραγε; Μήπως ήταν σημαδιακό; Το ότι είδε τον εαυτό της παντρεμένη και με τρία παιδιά, δεν της έκανε εντύπωση γιατί αυτό ήταν το όνειρο της, επειδή η ίδια ήταν μοναχοπαίδι και της έλειπαν τ' αδέρφια είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι αν θα παντρευόταν θα έφτιαχνε πολλά παιδιά. Κοίταξε το ρολόι της, η ώρα είχε πάει τρεις τα ξημερώματα, μπήκε μέσα και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Λίγο πριν ξημερώσει παραδέχτηκε στον εαυτό της ότι ήταν ερωτευμένη με τον Παύλο, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει. Λες και η καρδιά της χτυπούσε μόνο γι' αυτόν, αυτό είναι που λένε κεραυνοβόλος έρωτας, δυστυχώς όμως μόνο από την πλευρά της. Έπρεπε να κάνει την καρδιά της πέτρα και να τον ξεχάσει.<Το 'χει η μοίρα μου φαίνεται να ερωτεύομαι λάθος ανθρώπους>σκέφτηκε. Όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι είχε πάει κιόλας 12 το μεσημέρι. Έφτιαξε έναν δυνατό καφέ και ήπιε για να συνέλθει, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει από όλες αυτές τις διαπιστώσεις. Ντύθηκε και κατέβηκε με τ' αυτοκίνητο στο Βόλο για να ψωνίσει κάποια πράγματα, στην πραγματικότητα όμως πήγε πιο πολύ για να ξεχαστεί και να μη σκέφτεται τον Παύλο. Για κακή της τύχη όμως έπεσε στην κυριολεξία πάνω του. Αφηρημένη όπως ψώνιζε στο σούπερ-μάρκετ έπεσε πάνω του:

-Συγνώμη κύριε δεν σας είδα. Παύλο;

-Μαρίνα τι κάνεις εδώ;

-Ότι κι εσύ ψωνίζω.

-Ναι σωστά. Καλά που σε συνάντησα, ήθελα να σε χαιρετήσω, αύριο φεύγω.

Ένοιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της. Εκείνος συνέχισε:

-Πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά, η εργασιοθεραπεία θα με βοηθήσω να ξεχάσω, άλλωστε η ζωή συνεχίζεται.

Της έδωσε το χέρι του και κείνη το δικό της βιαστικά.

-Πάλι τρέμεις δεν είσαι καλά;

Της φάνηκε ότι είδε μια ανησυχία στο πρόσωπο του, αλλά μάλλον ήταν ιδέα της.

-Ναι είχα λίγο πυρετό το βράδυ, μάλλον κρύωσα. Δικαιολογήθηκε και τράβηξε απότομα το χέρι της.

-Γειά σου λοιπόν.

Γειά σου του είπε κι εκείνος έφυγε. Αυτός ήταν ο έρωτας της τελείωσε πριν καν αρχίσει.