ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (6)

 ''Καλημέρα μη φας πρωινό θα φέρω εγώ'' Παύλος

Μόλις άνοιξε τα μάτια της η Μαρίνα είδε στο κομοδίνο της το σημείωμα και το διάβασε. Ώστε ήταν αλήθεια δεν ονειρευόταν. Δε θυμόταν τίποτα άλλο, μόνο ότι ήταν στον κήπο και κλάδευε. Για ποιά θάλασσα της είχε πει; Τα ρούχα της; Μα που ήταν τα ρούχα της; Έτρεξε στο μπάνιο, ήταν ακουμπισμένα πάνω στο καλάθι και μούσκεμα. Τί έχω πάθει θεέ μου και δεν θυμάμαι τίποτα; Έκανε ένα ζεστό μπάνιο και ντύθηκε, μόλις που πρόλαβε να στεγνώσει τα μαλλιά της και χτύπησε το κουδούνι. Έτρεξε γρήγορα και άνοιξε, ο Παύλος φορτωμένος με σακούλες από το σούπερ μάρκετ της είπε:

-Καλημέρα πως είμαστε σήμερα, όλα καλά; τη ρώτησε χαμογελώντας

-Ναι

-Έλα βοήθησε με λίγο.

-Τί είναι όλα αυτά;

-Είδα που δεν είχες τίποτα στο ψυγείο και είπα να σου πάρω μερικά πράγματα, δε ψώνισες τελικά χθες;

-Εεε όχι είχα ξεχάσει το πορτοφόλι μου (πάλι καλά που το σκέφτηκε).

-Α μάλιστα, βάλε καφέ και έλα έχω φέρει τυρόπιτες. Βγήκε στη βεράντα και την περίμενε.

Η Μαρίνα ετοίμασε τους καφέδες και πήγε έξω.

-Γάλα και ζάχαρη θέλεις;

-Όχι σκέτο τον πίνω. Πρέπει να φας οπωσδήποτε είσαι πολύ χλωμή, άρπαξε την τυρόπιτα και της την έβαλε κυριολεκτικά στο στόμα.

-Γιατί τόση περιποίηση;

-Με τρόμαξες παρα πολύ χθες, αν δε σε προλάβαινα θα είχες την ίδια τύχη με την Άννα. Πρέπει να καταλάβεις ότι η ζωή σου είναι ότι πολυτιμότερο έχεις, δεν χρειάζεται να την χαραμίζεις για έναν άντρα.

-Ποιόν άντρα δεν ξέρεις τι λες.

-Μαρίνα αν δε βρισκόμουν στη παραλία τώρα θα είχες πνιγεί. Γιατί γι' αυτόν που φώναζες ότι τον αγαπούσες; Μια χαρά κοπέλα είσαι, δε σου λείπει τίποτα, θα υπάρξει σίγουρα κάποιος που θα σ'αγαπήσει και θα τον αγαπήσεις ξανά. Η Μαρίνα δε μίλησε, τί μπορούσε να πει άλλωστε;

-Ακούς τι σου λέω;

-Ναι άκουσα, μην ανησυχείς δε θα ξανασυμβεί πάει τέλειωσε.

-Πόσο καιρό είσασταν μαζί;

-Δυο χρόνια.

-Έφταιγε εκείνος ή εσύ;

-Μάλλον κι οι δυο.

-Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Όπως συνέβη μ'εμένα και την Άννα. Τελευταία η Άννα δεν ήταν καλά, δε μιλούσε και κλεινόταν στον εαυτό της, έφευγε από το σπίτι και έλειπε ώρες. Εγώ από την άλλη την άφηνα ελεύθερη, δεν ήθελα να την περιορίζω, νόμιζα ότι έτσι της έκανα καλό.

-Όταν γυρνούσε που σου έλεγε ότι πήγαινε;

-Βόλτα στα μαγαζιά αλλά πάντα γυρνούσε με άδεια χέρια.

-Μήπως είχε γνωρίσει κάποιον άλλον; Ο Παύλος σηκώθηκε όρθιος:

-Αυτό να μην το ξαναπείς η Άννα δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος, φτάνει ως εδώ, ο καθένας λέει ότι του κατέβει. Λοιπόν Μαρίνα δε θέλω να συνεχίσω αυτή την κουβέντα.

-Συγνώμη δεν εννούσα αυτό.

-Ξέρω πολύ καλά τί εννοούσες, μη στεναχωριέσαι υπήρχαν κι άλλοι που είχαν αυτή την άποψη, τελικά ο κόσμος είναι πολύ κακός.

-Παύλο σε παρακαλώ ηρέμησε.

-Εσύ μπορεί να λειτουργούσες κάπως έτσι η Άννα όμως όχι(είπε με κακία).

-Τί είναι αυτά που λες, ποιά νομίζεις ότι είμαι;

-Δεν ξέρω η συμπεριφορά σου είναι περίεργη.

-Εε είσαι πολύ κακός και σήκωσε το χέρι της να τον χτυπήσει, εκείνος το άρπαξε και τη σταμάτησε. Την έπιασε και τη φίλησε με πάθος. Η Μαρίνα για πρώτη φορά άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και το απόλαυσε...