ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (9)

  Την άλλη μέρα το πρωί, την ξύπνησε πάλι το κουδούνι γύρω στις 7π.μ, ήταν ο Δημήτρης.

-Τι έγινε, τι έπαθες πρωί-πρωί;

-Συγνώμη που σε ξύπνησα τόσο πρωί, αλλά πέρασα από το σπίτι της χθες βράδυ και είδα φως. Με βρήκε το ξημέρωμα  στο αμάξι και όταν αποφάσισα να πάω να χτυπήσω την πόρτα της, έπεσα πάνω σ’ έναν τύπο που έβγαινε από το διαμέρισμα της και δείλιασα να ρωτήσω.

-Ποιος ήταν;

-Δεν ξέρω, ένας νεαρός.

-Μήπως ήταν ο αδερφός της;

-Ήταν μοναχοκόρη.

-Ε ωραία  και εγώ τι θες να κάνω;

-Σκέφτηκα  να πάμε μαζί να ρωτούσες εσύ για να μην τη φέρω σε δύσκολη θέση.

-Δημήτρη μου φαίνεται ότι το’ χεις χάσει τελείως.

-Έλα σε παρακαλώ, σου υπόσχομαι ότι μετά θα σ’ αφήσω ήσυχη.

-Και ως τι θα πάω εκεί και θα κάνω ερωτήσεις;

-Το σκέφτηκα θα πεις ότι είσαι μια φίλη της και ότι την έπαιρνες τηλέφωνο και επειδή δεν απαντούσε ανησύχησες, γι’ αυτό πήγες να ρωτήσεις.

-Βλέπω έχεις καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο. Έλα μέσα να πιούμε έναν καφέ ν’ ανοίξει το μάτι μας, έτσι κι αλλιώς είναι πολύ πρωί ακόμη.

Ο Δημήτρης ήταν πολύ νευρικός, πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι, σα να περπατούσε σ’ αναμμένα κάρβουνα.

-Δημήτρη φτάνει με κούρασες, κάτσε κάτω.

-Ξέρεις τι με προβληματίζει;

-Τι;

-Ότι δε μου είπε ποτέ << σ’ αγαπώ>>.

-Και αυτό σε πείραξε;

-Ναι

-Οι γυναίκες πολλές φορές αργούν να το παραδεχτούν.

-Ποιο πολύ όμως με τρελαίνει το άλλο.

-Ποιό  άλλο, υπάρχει κι άλλο;

-Ναι ήταν έγκυος και φοβάμαι μήπως έκανε κανένα κακό.

-Έγκυος; Από σένα;

-Ναι.

-Δεν το ήθελε το παιδί;

-Το ήθελε αλλά φοβόταν.

-Τι φοβόταν μήπως χάσει τη δουλειά της;

-Όχι δε δούλευε.

-Πιστεύεις ότι ήθελε να το ρίξει;

-Δεν μπορούσε, την εγκυμοσύνη την διαπιστώσαμε στον 3ο μήνα, αυτό την τρόμαξε.

-Λογικό είναι ,μήπως της είπες ότι δεν ήθελες παιδιά;

-Όχι δεν είπα τίποτα.

-Τέλος πάντων, πάω να ετοιμαστώ για να πάμε να δούμε τι γίνεται και να τελειώνουμε μ’ αυτό.

Φτάσανε στο σπίτι της και η Μαρίνα τον ρώτησε:

-Πως ξέρουμε ότι είναι μέσα;

-Τον περίμενα και είδα ότι επέστρεψε.

-Εντάξει εσύ περίμενε στ’ αμάξι.

Η Μαρίνα ετοιμάστηκε να χτυπήσει και τότε συνειδητοποίησε  ότι δεν της είχε πει ούτε τ’ όνομα της. Άνοιξε από μόνη της η πόρτα πριν χτυπήσει.

-Μαρίνα εσύ εδώ;

Η Μαρίνα έμεινε άφωνη. Ο Παύλος, μα τι κάνει εδώ;

-Μαρίνα μ’ ακούς; Είσαι καλά;

Άρχισε να συνέρχεται.

-Παύλο τι κάνεις εσύ εδώ;

-Εγώ εδώ μένω εσύ;

-Εγώ εγώ…….

-Ναι τι εσύ;

-Ψάχνω μια φίλη μου, μάλλον μπέρδεψα την οικοδομή.

-Περίμενε πως τη λένε μήπως μπορώ να βοηθήσω.

-Όχι άστο φεύγω, άργησα.  Της τράβηξε το χέρι.

-Στάσου, πάρε το τηλέφωνο μου, να με πάρεις να τα πούμε. Της έδωσε μια κάρτα του, την πήρε και έφυγε σαν κυνηγημένη.  Όπως κατέβαινε τρέχοντας έπεσε πάνω στο Δημήτρη.

-Τί έγινε, τι έπαθες; Εσύ είσαι κάτασπρη.

-Δημήτρη τί κάνεις εδώ, δε σου είπα να περιμένεις στ’ αυτοκίνητο;

-Δεν άντεχα άλλο να περιμένω, σίγουρα είναι κάτι κακό για να είσαι έτσι. Την έπιασε από τα χέρια και άρχιζε να φωνάζει:

-Λέγε τι έγινεεεε;  Δεν περίμενε την απάντηση και άρχισε να τρέχει στο διαμέρισμα της φωνάζοντας : Άνναααααα

-Δημήτρη περίμενε σε παρακαλώ. Δεν τον πρόλαβε, ο Δημήτρης άρχισε να βαράει την πόρτα με τις γροθιές του. Τότε βγήκε ο Παύλος .

-Τι συμβαίνει κύριε; Γιατί φωνάζετε; Ο Δημήτρης τον άρπαξε από τον γιακά και τον ρώτησε:

-Που είναι η Άννα;

-Τι είναι αυτά που λέτε η γυναίκα μου έχει πεθάνει με τον πόνο μου παίζετε;

-Ποια γυναίκα σου τι με νοιάζει εμένα, για την Άννα ρωτάω. Τον πλησίασε η Μαρίνα και του είπε: Έλα Δημήτρη σε παρακαλώ θα σου εξηγήσω. Ο Δημήτρης χωρίς να καταλαβαίνει τι γίνεται την ακολούθησε λέγοντας συνέχεια: <δε μπορεί να πέθανε>. Ο Παύλος τη ρώτησε τι είχε γίνει και εκείνη κούνησε απλά το κεφάλι της και πήρε το Δημήτρη και φύγανε..