ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ. 5

Η ΚΗΔΕΙΑ

 Ο Κώστας και ο γιος του ξεκίνησαν τα χαράματα από Ζάκυνθο για Κόρινθο. Ταξίδευαν χωρίς να μιλούν .Ο Γιώργος κάποια στιγμή προσπάθησε να του μιλήσει λέγοντας του διάφορα για το πανεπιστήμιο αλλά ο πατέρας του δεν άκουγε τίποτα, λες κι ήταν αλλού. Ξαφνικά όταν κατέβηκαν από το πλοίο και μπήκαν στ’ αμάξι ο Κώστας ξέσπασε σε κλάματα και άρχισε να μιλάει ασταμάτητα.

-Ποτέ –ποτέ του δε με είδε σαν παιδί του, με χτύπαγε, μ’ έβριζε λες και δεν ήταν πατέρας μου. Τον έβλεπα και έτρεμα. Μην κάνεις το ένα μην κάνεις το άλλο. Ακόμη κι η μάνα μου, με είχε σε απόσταση. Η πραγματική ζωή για μένα άρχισε όταν γνώρισα τη μάνα σου.

-Φτάνει πατέρα, ησύχασε, τον διέκοψε ο Γιώργος. Εκείνος όμως συνέχισε: 

-Όχι έπρεπε να του είχα μιλήσει πιο νωρίς, να είχα αντιδράσει, να τον ρωτούσα γιατί μου φερόταν έτσι. Τώρα δε μπορώ πια , πάει πέθανε. Δεν μπορώ ούτε να λυπηθώ, φυσιολογικά για τον ίδιο τον πατέρα μου. Πάω στη κηδεία του, σα να πηγαίνω στη κηδεία ενός ξένου.

-Πατέρα σε παρακαλώ ηρέμησε τώρα μη τα σκέφτεσαι άλλο. Δες και τα θετικά, θα συναντήσεις τη μητέρα σου ύστερα από τόσα χρόνια. Αλήθεια σου’ λειψε;

–Ναι παιδί μου, παρόλου που μου φέρθηκε κι εκείνη πολύ σκληρά, είναι μάνα μου και την αγαπώ, ποτέ δε τη ξέχασα και ένας λόγος που ήθελα νά’ρθω ήταν εκείνη.

 Μόλις φτάσανε στο σπίτι, ο Γιώργος  δεν πίστευε στα μάτια του, δεν είχε ξαναδεί τόσο αρχοντικό και μεγάλο σπίτι. Εκείνο που τους έκανε εντύπωση ήταν τα άτομα που ήταν εκεί για την κηδεία, ήταν πολύ λίγα μετρημένα στα δάκτυλα. Ο Κώστας  μόλις μπήκε μέσα ένοιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Προχώρησε λίγο και τότε είδε μια γυναίκα γερασμένη και αδύνατη μες τα μαύρα δίπλα στο φέρετρο. Η μάνα του. Όταν σήκωσε το κεφάλι της και τον είδε σηκώθηκε και φώναξε: «παιδί μου». Θα έπεφτε κάτω αν δε την κρατούσε μια γυναίκα νεότερη που βρισκόταν δίπλα της. Η Μαρία αγκάλιασε το παιδί της και ξέσπασε σε κλάματα. Η γυναίκα που ήταν δίπλα στη Μαρία είπε στον Κώστα:

-Κύριε Κώστα, πάμε λίγο μέσα στο δωμάτιο, να τα πείτε γιατί δεν αντέχει όρθια.

-Εσείς πια είστε; 

–Είμαι η Ανέτα , τη βοηθάω χρόνια έχει πρόβλημα με τα πόδια της .Παρακαλώ περάστε.

 Η Ανέτα τη ταχτοποίησε σε μια πολυθρόνα που είχε εκεί, βγήκε και τους άφησε μόνους. Έξω από το δωμάτιο περίμενε κι ο Γιώργος.

-Εσείς ποιος είστε ; ρώτησε η Ανέτα το Γιώργο.

-Είμαι ο Γιώργος ο γιός του Κώστα.

-Ναι, ναι μοιάζεις τόσο πολύ στον παππού σου, αν θέλεις μπες και συ .

Η Μαρία μόλις είδε το Γιώργο τρόμαξε , νόμιζε ότι έβλεπε τον άντρα της στα νιάτα του.

-Χριστέ μου είναι ίδιος! Ποιο είναι το παιδί γιέ μου; 

–Ο εγγονός σου μάνα, ο νεότερος  Γιώργος  Λυμπερίδης, έξυπνος και  τρυφερός.

 Ο Γιώργος έσκυψε και την αγκάλιασε. Στις 10.30 πμ πήγαν όλοι στη κηδεία, όλα κι όλα δεκαπέντε άτομα, επικρατούσε σιγή ,δεν ακούγονταν ούτε φωνές ούτε κλάματα. Όταν γύρισαν σπίτι ο Κώστας ρώτησε τη μάνα του γιατί δεν είχε κόσμο. Εκείνη του είπε ότι ο πατέρας του από τότε που έφυγε έγινε κακός με όλους και με όλα, ήταν πολύ εγωιστής ο πατέρας σου παιδί μου. Σου άφησε ένα γράμμα , το έγραψε πριν πεθάνει.

 Το γράμμα έγραφε: «Συγνώμη παιδί μου, σ’αγάπησα  αλλά με λάθος τρόπο». Τίποτα άλλο. Η Μαρία διηγήθηκε στο γιο της όλα όσα πέρασε αυτά τα χρόνια , του είπε ότι γνώριζε πως είχε δυο παιδιά και ότι ζούσε στη Ζάκυνθο. Το είχε ψάξει μόνη της. Ζήτησε κι εκείνη συγνώμη από το γιο της. Ο Κώστας τη ρώτησε για την Ανέτα. «Την Ανέτα την έχω και με βοηθάει , εδώ κι οκτώ χρόνια . Έχασε τον άντρα της η καημένη και μαζί και το σπίτι της, παιδιά δεν είχε κι έτσι την πήρα να μένει εδώ. Είναι πολύ καλή"

Αργά το βράδυ ο Κώστας κι ο Γιώργος  έφυγαν για Ζάκυνθο. Η Μαρία παρακάλεσε τον Κώστα να πάρει την οικογένεια του και να την επισκεφτούν. Εκείνος δεν άντεξε και της το υποσχέθηκε.