ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.16)

    Η Χρυσάνθη τον κοίταξε και του είπε:
- Πως ντύθηκες έτσι; Έχεις πολύ πλάκα, σα χαβανέζος τουρίστας, του είπε, σκασμένη στα γέλια.
-Α ώστε με κοροϊδεύεις, εγώ ντύθηκα έτσι για να μη με αναγνωρίσουν από την πολυκατοικία και σε εκθέσω και εσύ γελάς. Για πες μου γιατί γελάς, δε σ’ αρέσει το πουκάμισο, η βερμούδα μου, η σαγιονάρα μήπως;
    Άρχισε να γελά κι αυτός, κάποια στιγμή σταμάτησαν και εκείνος την κοίταξε με βλέμμα λάγνο και αισθησιακό. Η Χρυσάνθη έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω και κόντεψε να πέσει, τότε ο Νίκος την άρπαξε γρήγορα και δεν μπόρεσε να αντισταθεί, την φίλησε. Η Χρυσάνθη μούδιασε ολόκληρη, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, όλο το κορμί της γέμισε ρίγη. Ξαφνικά εκείνος σταμάτησε και της είπε:
- Συγνώμη δεν ξέρω τι μ’ έπιασε.

-Δεν πειράζει. "Άκου δεν πειράζει, τι βλακείες ξεστομίζει το στόμα μου ώρες ώρες",σκέφτηκε αλλά τις σκέψεις της διέκοψε το κουδούνι.
- Μα ποιος είναι τώρα, δεν περιμένω άλλο χαβανέζο.
- Άσε ανοίγω εγώ.
Ο ντελιβεράς από το κοντινό εστιατόριο έφερε φαγητό, επιδόρπιο και κρασί. Ο Νίκος τον πλήρωσε και έκλεισε την πόρτα.
- Δεν καταλαβαίνω τι είναι όλα αυτά;
- Παρήγγειλα κάτι να φάμε και να πιούμε, σου χρωστάω ένα τραπέζι έτσι κι αλλιώς.
- Μα δε χρειαζόταν.
- Λοιπόν, πήγαινε να φορέσεις κάτι ελαφρύ και δροσερό και εγώ θα τα ετοιμάσω όλα στη βεράντα.
- Ελαφρύ και δροσερό;
- Ναι βάλε το μαγιώ σου κι έλα.
    Γέλασε με το αστείο του και πήγε να αλλάξει. Μπορεί να έκανε πάνω από μισή ώρα να ετοιμαστεί, διάλεξε ένα αέρινο κοραλλί φόρεμα με ασορτί παντοφλάκια, τα μαλλιά τα σήκωσε ελαφρώς, έβαλε λίγο κραγιόν και ρούζ και ψεκάστηκε με το αγαπημένο της άρωμα. Όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη τρόμαξε, τα μάγουλα της ήταν τόσο κόκκινα κι αυτή είχε βάλει και ρουζ. Άρχισε να το βγάζει, "θα με περάσει για κανένα ψωνισμένο ο άνθρωπος", σκέφτηκε. Άκουσε τη φωνή του που τη φώναζε. Βγήκε στη βεράντα και δεν πίστευε σ’ αυτό που έβλεπε, το τραπέζι της είχε μεταμορφωθεί σε σικ τραπέζι κοσμικού εστιατορίου.
    Ο Νίκος είχε δέσει πάνω του δυο υφάσματα με κόμπους, το ίδιο και στις καρέκλες και κρέμασε και δυο μπροστά στη τέντα της. Πάνω στο τραπέζι λουλούδια σκορπισμένα που μοσχοβολούσαν, δυο υπέροχα σερβίτσια, κηροπήγια και στο κέντρο μια πιατέλα σκεπασμένη, πιο κει μια άλλη και μια σαμπανιέρα με ένα ροζέ κρασί. Ήταν όλα μια υπερπαραγωγή.
- Που τα βρήκες όλα αυτά, τι έκανες;
- Δεν είναι τίποτα, έλα κάθισε, είσαι μια κούκλα.
- Ευχαριστώ, από πού τα πήρες όλα αυτά;
-Σκέφτηκα, αφού δεν μπορώ να σε βγάλω έξω σ’ ένα ακριβό εστιατόριο, λόγω των όσων έχουν γίνει, είπα να φέρω το εστιατόριο σπίτι σου.
- Που τα είχες όλα, εσύ δεν κρατούσες τίποτα;

- Το παιδί που χτύπησε το κουδούνι ήταν στο κόλπο, περίμενε απ’ έξω, κι ευτυχώς που άργησες γιατί αλλιώς θα τον έβρισκες κι αυτόν εδώ, δεν έχει 5 λεπτά που έφυγε.
- Αλήθεια λες;
- Δε λέω ποτέ ψέματα, εκτός από τα κατά συνθήκην...