ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (ΚΕΦ.20)

    Την επόμενη  μέρα πήρε ρεπό από τη δουλειά της και πήγε πρωί πρωί στο νοσοκομείο, αποφασισμέnη να μιλήσει στη μητέρα της για όλα. Η Σωτηρία ακούγοντας την ντράπηκε λίγο.  
- Μη ντρέπεσαι καλέ μαμά, είναι πράγματα που συμβαίνουν, έπρεπε να μου είχες μιλήσει νωρίτερα και όχι να τα μαθαίνω έτσι.
- Αχ κοριτσάκι μου τι να σου έλεγα, λέγονται αυτά τα πράγματα;
- Κι όμως αυτά είναι που πρέπει να λέγονται.
- Ούτε εσύ μου μιλάς Χρυσάνθη μου για το Νίκο, όλα μόνη μου τα καταλαβαίνω.
- Ωραία λοιπόν τέλος, από δω και πέρα θα τα λέμε όλα. Λοιπόν σ' ακούω, τι γίνεται με την υγεία σου;
- Τίποτα κορίτσι μου, όλα καλά.
- Μαμάαααααα.
- Ουφ, εντάξει έχω έναν όγκο που πρέπει να βγει και να το κάνουν βιοψία.
- Δεν το βάζουμε κάτω, εσύ αυτό μου έμαθες.
    Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια τους, αγκαλιάστηκαν κι η μια έδινε κουράγιο στην άλλη. Κάποια στιγμή μπήκε μέσα ο Νικ.
- Τι πάθατε όμορφες κυρίες μου;
-Τίποτα, κάτι δικά μας, ελάτε.
- Χρυσάνθη σ' ευχαριστώ για το υπέροχο δώρο που μου έστειλες.
    Μπήκε στη μέση η Σωτηρία:
- Για πιο δώρο μιλάτε Χρυσάνθη;
- Για τα γράμματα που έπρεπε να είχε πάρει πολλά χρόνια πριν.
- Τα βρήκες;
- Ναι μαμά τα βρήκα, έχει καιρό αλλά ποτέ δεν ασχολήθηκα. Ύστερα από αυτά που άκουσα όμως, έπρεπε να κάνω το καθήκον μου.
- Νικολή τα διάβασες;
- Όχι ακόμη, δεν πρόλαβα, σήμερα το πρωί τα παρέλαβα. Θέλω να καθίσω ήσυχος και να τα απολαύσω.
    Την χαιρέτησαν κι οι δυο κι έφυγαν. Μόλις βγήκαν ο Νικ της είπε:
- Έλα λίγο από το γραφείο μου σε παρακαλώ;
- Ναι βεβαίως, υποθέτωντας ότι κάτι ήθελε να την ρωτήσει για τα γράμματα.
- Κάθισε σε παρακαλώ, της είπε διστακτικά.
- Πείτε μου ελεύθερα, μη διστάζετε.

- Η Σωτηρούλα δεν είναι καλά, θα πρέπει να χειρουργηθεί άμεσα, δεν έχουμε χρόνο, οι εξετάσεις της βγήκαν πολύ χάλια.
- Αν χειρουργηθεί και μετά, τι πιθανότητες έχει;
- Προσοχή, δεν πρέπει να μάθει όλα όσα γίνονται.
- Της υποσχέθηκα ότι δεν θα της ξαναπώ ψέματα.
- Σ' αυτήν την περίπτωση πρέπει να πεις, δεν πρέπει να ξέρει, ήδη οι εξετάσεις έχουν δείξει κσκοήθεια τρίτου βαθμού και πολύ φοβάμαι ότι έχουν πειραχτεί όργανα.
    Η Χρυσάνθη δεν κρατήθηκε και την πήραν τα κλάματα.
- Μη κλαις κορίτσι μου, εσύ πρέπει να είσαι πιο δυνατή για να τη βοηθήσεις, εννοείται πως θα τη φροντίσω κι εγώ όσο μπορώ, λες να θέλω να τη χάσω τώρα που τη βρήκα;
- Είναι λίγο άδικό τώρα που βρήκε τον έρωτα της ζωής της να πάθει όλα αυτά.
- Δυστυχώς έτσι είναι η ζωή.
    Φεύγοντας από το νοσοκομείο δεν ένοιωθε πολύ καλά και γύρισε σπίτι.Μπήκε στο μπάνιο και άφησε το νερό να τρέχει αρκετή ώρα πάνω της. Άκουσε έναν ήχο βαθιά σα κουδούνι,Τυλίχτηκε γρήγορα με μια πετσέτα και πήγε να δει ποιός είναι.Ήταν ο Νίκος.
- Νίκο τι κάνεις εσύ εδώ;
- Καλά είσαι; Τρόμαξα, δέκα λεπτά έχει που χτυπάω το κουδούνι.
- Συγνώμη, ήμουν στο μπάνιο και δεν το άκουγα.
    Την έπιασε πάλι το παράπονο κι έβαλε τα κλάματα.

- Χρυσάνθη μου τι έπαθες;
    Εκείνη τον αγκάλιασε και έκλαιγε με λυγμούς, εκείνος της σκούπισε τα δάκρυα και άρχισε να τη φιλάει, εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως, έλιωσε στα χέρια του, η πετσέτα γλίστρησε, ο Νίκος την πήρε αγκαλιά, την πήγε στο κρεβάτι και το πάθος τους οδήγησε στην ερωτική πράξη, τα κορμιά τους είχαν γίνει ένα. Τα βογκητά και οι αναστεναγμοί ηχούσαν στο δωμάτιο και στο τέλος μια κραυγή γεμάτη πόνο. Ο Νίκος αναψοκοκκινισμένος σηκώθηκε και την κοίταξε στα μάτια:
- Χρυσάνθη γιατί δε μου το είπες;|
-Τι να σου πω; τον ρώτησε ζαλισμένη.

- Ότι είμαι ο πρώτος.
- Ντρεπόμουν, φοβόμουν πως θα με κορόϊδευες.
- Τι είναι αυτά που λες, είσαι καλά;
- Ναι πονάω λίγο μάλλον έχω ματώσει.
- Μη φοβάσαι.
- Δε φοβάμαι.
- Τουλάχιστον σου άρεσε;
    Χαμογέλασε και του είπε:
-Ήταν τέλειο, εσένα;
    Γέλασε κι εκείνος και είπε:
-Ήταν το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ.
    Την αγκάλιασε ξανά και τη γέμισε φιλιά. Στο μυαλό του όμως τριγυρνούσαν διάφορες σκέψεις. Δεν περίμενε ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο τη δεδομένη στιγμή και ότι θα το απολάμβανε τόσο, ξαφνικά τον κυρίευσε ο φόβος. Μήπως δεν έπρεπε, μήπως ήταν λάθος; Δεν της αξίζω, δεν είναι σωστό, είχε αρχίσει πάλι να σκέφτεται...