ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (ΚΕΦ.21 )

    Μετά από αυτές τις σκέψεις σηκώθηκε και τη ρώτησε με ύφος σοβαρό:
-Χρυσάνθη , είσαι σίγουρη ότι το ήθελες αυτό που κάναμε ή σε παρέσυρα;
-Όχι Νίκο, το ήθελα πολύ, γιατί σ’ αγαπώ, δεν μπορώ να το κρύβω άλλο.
-Λες αλήθεια;
-Ναι γιατί με ρωτάς; Δε με πιστεύεις;
-Σε πιστεύω.
-Εσύ πως νοιώθεις;
-Ωραία, πολύ ωραία... Βέβαια τα συναισθήματα μου είναι μπερδεμένα ή μάλλον εξαφανισμένα.
    Η Χρυσάνθη ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι που δεν της είπε κι εκείνος ότι την αγαπά. Μάλλον ζητούσε πολλά. Με την δικαιολογία ότι πονούσε λίγο, πήγε στην τουαλέτα και άρχισε να κλαίει. Δεν ήθελε να τον πιέσει, ούτε να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Κάποια στιγμή τον άκουσε να τη φωνάζει:
-Είσαι καλά;
-Ναι, ναι έκανα ένα ντουζάκι.
    Σκουπίστηκε και βγήκε, ο Νίκος την περίμενε απ’ έξω.
-Καλύτερα να σ’ αφήσω να ξαπλώσεις λίγο να ξεκουραστείς, έτσι κι αλλιώς πρέπει να ταχτοποιήσω κάτι εκκρεμότητες με το σχολείο των παιδιών.
-Όπως θέλεις. Νίκο, πώς ήξερες ότι ήμουν σπίτι;
-Πέρασα από το νοσοκομείο και με ενημέρωσε ο Νικ για όλα.
    Χαιρετήθηκαν, εκείνος πήγε στη δουλειά του και η Χρυσάνθη έπεσε για ύπνο. Ο Νίκος αφού τελείωσε με τα διαδικαστικά για το σχολείο πήγε σπίτι κι εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Η κυρία Ντίνα τον ενημέρωσε γι’ αυτήν.
-Ήρθες αγόρι μου, έστειλαν αυτό το κουτί από την ψυχιατρική κλινική είναι της γυναίκας σου.
-Πότε ήρθε;
-Το πρωί.
    Ο Νίκος πήρε το κουτί και μπήκε στο δωμάτιο του για να το ανοίξει. Μέσα είχε μερικά ρούχα της, το φάκελο της υγείας της και ένα μπλοκ που σχεδίαζε. Άνοιξε το μπλοκ και οι ζωγραφιές τον σόκαραν: ήταν γυμνές φιγούρες με μαύρα πρόσωπα και κορμιά γεμάτα αίματα. Μόνο στην τελευταία σελίδα είχε ζωγραφίσει δυο χαμογελαστά αστέρια και στο ένα μέσα είχε γράψει «Άννα μου».
    Ο Νίκος έσκισε το φύλλο με τη ζωγραφιά, πήρε ένα μαρκαδόρο κι έγραψε στο άλλο αστεράκι «Σπύρο μου» με το δικό της γραφικό χαρακτήρα. Ήθελε τα παιδιά του να έχουν ένα ενθύμιο από τη μητέρα τους. Εκείνη τη στιγμή άκουσε τις φωνές τους, μόλις είχαν γυρίσει από τη βόλτα που είχαν πάει με τον άντρα της κυρίας Ντίνας. Βγήκε από το δωμάτιο, τα αγκάλιασε και τους έδειξε τη ζωγραφιά. Πρώτη αντέδρασε η Άννα:

-Είδες, η μαμά δε μας ξέχασε, έγραψε και το όνομα του Σπύρου.
-Πως ήξερε για μένα; (Ρώτησε ο Σπύρος)
-Της μίλησα εγώ γιε μου, αλλά το διαισθανόταν κι εκείνη, καμιά μάνα δεν ξεχνά το παιδί της.
    Αποφάσισαν να κολλήσουν μια φωτογραφία της ανάμεσα στα αστεράκια και να την κορνιζάρουν. Το ίδιο βράδυ ο Νίκος την είδε στο όνειρο του να του λέει: «Μη κάθεσαι, τρέχα να προλάβεις, η Χρυσάνθη δε θα σε περιμένει για πάντα, η ζωή τρέχει σα νερό και εσύ και τα παιδιά έχετε ανάγκη από λίγη ευτυχία». Όταν ξύπνησε πήγε κοντά στα παιδιά του που μόλις είχαν ξυπνήσει.
-Θέλω να σας ρωτήσω κάτι.

-Τι είναι καλέ μπαμπά στον ύπνο σου μας έβλεπες πρωί- πρωί; αναρωτήθηκε η Άννα.
-Ακριβώς. Θέλω να μου πείτε τι νοιώθετε για τη Χρυσάνθη;
-Εγώ την αγαπώ είπε η Άννα.
-Δεν ξέρω..., δίστασε ο Σπύρος. Εγώ αγαπώ τη γιαγιά Σωτηρία...Γιατί ρωτάς, θα την παντρευτείς;
-Δεν είπα κάτι τέτοιο, αλλά ίσως να γίνει κι αυτό, έχεις πρόβλημα;
-Όχι καλέ μπαμπά, τι πρόβλημα να έχει ο Σπύρος, πότε ο γάμος;
-Άννα ηρέμησε σε παρακαλώ, μη βιάζεσαι. Ούτε στη Χρυσάνθη δε μίλησα ακόμη.
-Να το κάνεις παιδί μου, θα χαρεί πολύ και η κυρία Σωτηρία, σχολίασε η κυρία Ντίνα, που τους άκουγε συγκινημένη.
    Η Χρυσάνθη όλη μέρα στη δουλειά νόμιζε πως είχε πυρετό. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αν ήταν από τη χαμένη της παρθενιά ή από την απογοήτευση της που δεν της είπε ο Νίκος ότι την αγαπά. Τις επόμενες δυο μέρες δε συναντήθηκε καθόλου μαζί του, τον απέφευγε και γι'αυτό πήγαινε πολύ αργά στο νοσοκομείο, για να μη τον συναντήσει. Η Σωτηρία κατάλαβε ότι κάτι έτρεχε και τη ρώτησε:
-Έχεις τίποτα κορίτσι μου, λυπημένη μου φαίνεσαι, μη στεναχωριέσαι για μένα.
-Όχι μαμά απλά έχουμε πολύ δουλειά, είμαι κουρασμένη και αδιάθετη, καταλαβαίνεις.
    Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό της, ήταν η ξαδέρφη της, από τη Θεσσαλονίκη. Με όλα αυτά που έγιναν με τη φωτιά, δε μπόρεσαν να συναντηθούν όταν είχαν έρθει Αθήνα, μόνο μια στιγμή που πέρασε η ξαδέρφη της από το νοσοκομείο να τους δει.
-Έλα γλυκιά μου, τι κάνεις;
-Καλά, εσύ όμως δε μ’ ακούγεσαι πολύ καλά, δεν είναι καλά η θεία;
-Το βρήκες.
-Ο Νίκος σου τι κάνει;
-Ε όχι και "μου".
-Γιατί, χωρίσατε;
-Μα δεν είχαμε τίποτα.
-Άσ' τα αυτά, θα τα πούμε από κοντά.
-Έρχεσαι;
-Ναι αύριο το πρωί θα είμαστε εκεί, θέλει η μαμά να δει την αδερφή της, έχει κι ο Λεωνίδας μια δουλειά και θα έρθουμε όλοι μαζί. Να τον γνωρίσεις πριν το γάμο.
-Αχ ωραία, τέλεια, θα τα πούμε από κοντά.
    Έκλεισε το τηλέφωνο, είπε τα νέα στη μητέρα της και πήγε σπίτι να καθαρίσει λίγο, να ετοιμάσει το δωμάτιο για την ξαδέρφη της, τον καναπέ για τη θεία της και να αγοράσει μερικά πράγματα να έχει το ψυγείο. Την ώρα που έβγαζε τα σκουπίδια ήρθε ο Νίκος.
-Νίκο! Πώς από δω;
-Πώς είσαι;
-Καλά, καλά.
-Δε σε είδα στο νοσοκομείο, μου είπε η μητέρα σου ότι πήγαινες αργά γιατί είχατε πολύ δουλειά, αλήθεια;
-Και βέβαια αλήθεια.
-Ωραία, θέλω να κάνω τη μαμά σου λίγο να χαρεί και σκέφτηκα αύριο που είναι Σάββατο να της πάω τα παιδιά το πρωί γύρω στις 11 να τα δει, θα μπορούσες να είσαι κι εσύ εκεί;
-Ναι, θα είμαι έτσι κι αλλιώς, θα έρθει η ξαδέρφη μου από τη Θεσσαλονίκη.
-Ευκαιρία να τους γνωρίσω λοιπόν.
Δίστασε λίγο πριν συνεχίσει..
-Εδώ σου ’χω ένα δωράκι για όσα έκανες για μένα, άνοιξε το μόλις φύγω.
    Της έδωσε ένα κουτί και σχεδόν εξαφανίστηκε

    Η Χρυσάνθη σαστισμένη μα και περίεργη το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα υπέροχο κόκκινο φόρεμα, ένα ζευγάρι χρυσά πέδιλα, μια κάρτα κομμωτηρίου με σημειωμένο ραντεβού πάνω και ένα σημείωμα που έλεγε: «Φόρεσε το δώρο σου αύριο το πρωί, γιατί θα σας βγάλω έξω για φαγητό μετά». Αν και την παραξένεψε όλο αυτό, τήρησε ην "εντολή" κατά γράμμα. Όταν έφτασε στο νοσοκομείο το πρωί, βρήκε τη μητέρα της χτενισμένη και ντυμένη.
-Μαμά κι εσύ στο σικ; Τι γίνεται;
-Κι εσύ είσαι μια κούκλα κόρη μου. Τι ωραία ρούχα είναι αυτά που φοράς;
-Ο Νίκος μου τα έκανε δώρο, εσύ πού το βρήκες το φόρεμα;
-Ο Νικ μου τα’ αγόρασε.
-Α μάλιστα.
    Εκείνη τη στιγμή μπήκαν όλοι μέσα, η ξαδέρφη της με τον Λεωνίδα, η θεία της, η κυρία Ντίνα με τον άντρα της, ο Νικ και στο τέλος ο Νίκος με τα παιδιά.
-Έτοιμοι; Φύγαμε, έδωσε σήμα ο Νίκος
-Μα που πάμε όλοι μαζί;
-Θα δεις... Παρεμπιπτόντως...είσαι μια κούκλα!
    Η Χρυσάνθη ένοιωσε τα μάγουλα της να παίρνουν φωτιά.
    Λίγη ώρα αργότερα, τα τρία αυτοκίνητα έφθασαν σε ένα υπέροχο μέρος με πεύκα όπου βρισκόταν ένα πολυτελέστατο εστιατόριο με ωραία διακόσμηση. Μόλις κάθισαν όλοι, άρχισε να παίζει ο πιανίστας μια ωραία μελωδία στο πιάνο, ο Νίκος σηκώθηκε και πήγε μπροστά της, γονάτισε, έβγαλε ένα κουτί από την τσέπη του, το άνοιξε και τη ρώτησε:
-Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;
    Η Χρυσάνθη τον κοιτούσε σα χαμένη, σαν να ήταν όνειρο, σα πρωταγωνίστρια σε παραμύθι. Όλοι άρχισαν να γελούν και να χτυπούν παλαμάκια.
-Λοιπόν τι λες θα μου απαντήσεις;
    Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και με δάκρυα χαράς που δεν μπορούσε να συγκρατήσει, τον αγκάλιασε και του είπε: «ναι». Όλοι χειροκροτούσαν και φώναζαν "φιλί, φιλί". Φιλήθηκαν και η Χρυσάνθη ένοιωθε να μουδιάζει ολόκληρη από ευτυχία….                          

  ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΤΣΙΑΚΙΡΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΤΣΙΑΚΙΡΗ ΕΙΡΗΝΗ