ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (ΚΕΦ.23)

    Όλα έγιναν πολύ γρήγορα... O γάμος ήταν όμορφος, αλλά και ο γαμπρός και η νύφη είχαν μια θλίψη στα μάτια τους, σα πέπλο ομίχλης μπροστά τους, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Με όλα αυτά, δεν πρόσεξαν την περίεργη συμπεριφορά του Σπύρου, που ήταν συνέχεια αμίλητος, ανόρεχτος και θλιμμένος.
    Μια βδομάδα μετά από το γάμο, η Σωτηρία πέθανε στην αγκαλιά του Νικολή της με ένα ήρεμο βλέμμα στο πρόσωπο της, λες και ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. «Έπρεπε να πεθάνει για να είναι ευτυχισμένη;» Η Χρυσάνθη, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε μείνει ορφανή, δεν έβγαιναν δάκρυα από τα μάτια της ούτε καν στη κηδεία, το βλέμμα της κενό, ένοιωθε σαν υπνοβάτης σε κακό όνειρο. Εκείνος που αντέδρασε πολύ άσχημα ήταν ο Σπύρος, άρχισε να ουρλιάζει και να φωνάζει: «φέρτε πίσω τη γιαγιά μουουου ακούτε; θα σας σκοτώσω» και άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο.
    Ο Νίκος βλέποντας αυτή την αντίδραση, φοβήθηκε ότι το παιδί είχε συμπτώματα σχιζοφρένειας και αποφάσισε να τον πάει σε έναν ειδικό γιατρό. Ο γιατρός του είπε ότι, εφόσον υπάρχει τέτοιο ιστορικό, πρέπει να τον παρακολουθούν στενά και να μη τον αφήνουν ποτέ μόνο του. Ο Νίκος το συζήτησε με την Χρυσάνθη κι εκείνη δέχτηκε να τον βοηθήσει. Το παιδί έτρωγε πολύ λίγο και είχε εξαντληθεί, γι’ αυτό χρειάστηκε να νοσηλευτεί για να του βάλουν ορό. Η Χρυσάνθη ήταν συνέχεια δίπλα του, πολλές φορές στον ύπνο του, της τραβούσε τα μαλλιά και τη γρατζουνούσε, πονούσε αλλά έκανε υπομονή γιατί ήξερε πως δεν έπρεπε να τον εκνευρίσει περισσότερο.
    Ένα πρωί πήγε για λίγο τουαλέτα και όταν γύρισε δεν τον βρήκε εκεί. Τρόμαξε και έτρεξε έξω πανικόβλητη.
"Θεέ μου που πήγε, βοήθησε με", σκεφτόταν. Ρώτησε τις νοσοκόμες που δεν είδαν τίποτα, βγήκε έξω στην αυλή και τότε τον είδε να κάθεται σ’ ένα πεζούλι και να χαϊδεύει ένα σκυλάκι.

-Σπύρο τι κάνεις εδώ; Που το βρήκες το σκυλάκι;
-Μου το έστειλε η γιαγιά Σωτηρία για να μου κάνει παρέα.
-Αλήθεια; Και πως το λένε;
-Σωτήρη.
-Μμ ωραίο όνομα, μόνος σου το σκέφτηκες;
-Η γιαγιά Σωτηρία το σκέφτηκε, πρέπει να του δώσω να φάει για να πάρει δύναμη.
-Ναι Σπύρο δίκιο έχεις κι εσύ πρέπει να γίνεις γρήγορα καλά για να μπορείς να το φροντίζεις.
    Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του Νίκου:
-Σπύρο, τι πράγματα είναι αυτά που κάνεις; άρχισε να φωνάζει, περισσότερο αγχωμένος παρά θυμωμένος.
    Η Χρυσάνθη του έκανε νόημα να σταματήσει, του εξήγησε την κατάσταση και αποφάσισαν να πάρουν το σκυλάκι μαζί τους και όπως αποδείχτηκε ήταν πολύ σωστή απόφαση. Ο Σπύρος έγινε άλλο παιδί, ήταν συνέχεια με το Σωτήρη, είχαν γίνει αχώριστοι, λες και τον είχε στείλει όντως η Σωτηρία. Η Άννα ζήλεψε και ζητούσε κι εκείνη ζωάκι, ευτυχώς ικανοποιήθηκε με ένα ψαράκι στη γυάλα γιατί αλλιώς το σπίτι θα κατέληγε ζωολογικός κήπος.
    Όλα έδειχναν πια ότι είχαν ηρεμήσει και η ζωή τους κυλούσε σε φυσιολογικά πλαίσια. Η Χρυσάνθη κατάφερε να φέρει την ηρεμία στην οικογένεια της και στον εαυτό της. Την ηρεμία τάραξε ένα τηλεφώνημα από το νοσοκομείο που της ανακοίνωσαν το θάνατο του Νικ. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μετά από δυο μήνες από το θάνατο της μητέρας της πέθανε κι ο Νικ. Πόσο πολύ την αγάπησε,δεν άντεξε μακριά της,ας ενωθούν οι ψυχές τους αφού δεν μπόρεσαν να ενωθούν οι ζωές τους,σκέφτηκε.

    Η ζωή της δίπλα στον Νίκο ήταν ωραία, εκείνος τη φρόντιζε και της έδειχνε την αγάπη του καθημερινά, τα παιδιά την άκουγαν και τη βοηθούσαν. Μετά από μερικούς μήνες η Χρυσάνθη έμεινε έγκυος. Μόλις το έμαθε την έπιασε κρύος ιδρώτας, φοβόταν την αντίδραση του Νίκου γιατί δεν είχαν συζητήσει κάτι τέτοιο, αλλά όταν το ανακοίνωσε ο φόβος της εξαφανίστηκε. Ο Νίκος την αγκάλιασε και τη γέμισε φιλιά, έδειχνε πολύ χαρούμενος.
    Σε γενικές γραμμές είχε εύκολη εγκυμοσύνη και όταν έκλεισε τον 3ο μήνα μίλησαν στα παιδιά. Τα περίμενε χειρότερα τα πράγματα, αλλά ευτυχώς αντέδρασαν πολύ καλά, είχαν ενθουσιαστεί με την όλη κατάσταση, η δε Άννα όταν έμαθε ότι θα ήταν κορίτσι, πέταξε από τη χαρά της: «επιτέλους θα έχω κάποια στο σπίτι που θα κάνει ότι της λέω».
-Ναι, αρκεί να της λες τα σωστά πράγματα, είπε ο μπαμπάς της.
    Ευτυχώς η κυρία Ντίνα βοηθούσε πολύ τη Χρυσάνθη κι εκείνη την ένοιωθε σα τη μητέρα της, αγόρασαν μαζί τα μωρουδιακά και ετοίμασαν το δωμάτιο της μικρής. Η κυρία Ντίνα αγαπούσε πολύ τα παιδιά  και ζήτησε από τη Χρυσάνθη να βαφτίσει το μωρό και εκείνη δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
    Όλα ήταν έτοιμα για το νέο μέλος της οικογένειας…………