ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

 ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ.docx (69017)ηρεμήσετε, εσείς κάνατε ότι μπορούσατε. Η Μαρίνα γύρισε σπίτι της, έκανε ένα ζεστό μπάνιο για να ηρεμήσει. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα της είχαν συμβεί. Ένοιωθε ενοχές και τύψεις που δεν κατάφερε να σώσει τη γυναίκα. Μόλις είχε πάρει την άδεια της, δούλευε σε ένα ιατρικό κέντρο ως φυσιοθεραπεύτρια. Δεν είχε μπορέσει να πάρει άδεια το καλοκαίρι και έτσι την πήρε φθινόπωρο. Δεν την πείραξε αυτό γιατί δεν είχε και πολυ καλή σχέση με τη θάλασσα ,της άρεσε να κάνει περιπάτους στην παραλία παρά να κολυμπάει και να λιάζεται. Έτσι πήγε στο εξοχικό των γονιών της σε μια παραλία του Πηλίου. Οι γονείς της  ήταν στη Γερμανία. Η Μαρίνα είχε έρθει ως φοιτήτρια στην Αθήνα. Μόλις τέλειωσε τις σπουδές της και βρήκε αμέσως δουλειά σε ιατρικό κέντρο και γνώρισε το Δημήτρη που ήταν ένας απ' τους λόγους που έμεινε Ελλάδα. Μετά από δύο χρόνια σχέσης όμως διαπίστωσε ότι ο Δημήτρης απλά περνούσε την ώρα του μαζί της και την κορόιδευε  έχοντας παράλληλες σχέσεις. Πριν μερικές μέρες έβαλε τέλος σ' αυτή τη σχέση και η άδεια της δουλειάς της φάνηκε σωτήρια τη δεδομένη στιγμή για να μπορέσει να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Μετά από αυτό το περιστατικό όμως η κατάσταση της έγινε πολύ χειρότερη,μέσα σ' όλα προστέθηκαν και οι τύψεις της που δεν μπόρεσε να σώσει τη γυναίκα. Ένοιωσε ακόμα χειρότερα την επόμενη μέρα όταν χτύπησε το κουδούνι της . Ήταν ο άντρας της γυναίκας που πνίγηκε, όρμησε μέσα στο σπίτι της την έπιασε από τα χέρια και άρχισε να φωνάζει και να τη ρωτά:- Εσύ είσαι που είδες τη γυναίκα μου να πνίγεται και δεν έκανες τίποτα, γιατί πες μου γιατί; 

- Σας παρακαλώ τι είναι αυτά που λέτε;

-Αυτό που άκουσες . Την έχασα μ΄ακούς;Τι θα κάνω εγώ τώρα; Έχασα την αγάπη μου μέσα από τα χέρια μου, μόλις φτιάξαμε το καινούργιο μας σπίτι, θα κάναμε οικογένεια. Άρχισε να τη βρίζει και να κάνει σα μενόμενος ταύρος,έσπαγε πράγματα και έφυγε βροντώντας τη πόρτα πίσω του.

  

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ                                                                       (2)

Η Μαρίνα κάθησε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει. Γιατί δεν τα κατάφερα  θεέ μου έλεγε συνέχεια. Έφερνε στο μυαλό της την εικόνα αυτού του άντρα και τον λυπόταν πολύ, ένας τόσο ωραίος άντρας , που αγαπούσε τη γυναίκα του και θα έφτιαχνε οικογένεια μαζί της τώρα τα είχε χάσει όλα. Τι κρίμα. Δεν άντεχε άλλο και βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Βγαίνοντας στα σκαλοπάτια της βρήκε ξαπλωμένο τον άντρα μ΄ένα άδειο μπουκάλι ουίσκυ στα χέρια του, ήταν μεθυσμένος. Προσπάθησε να του μιλήσει αλλά εκείνος δεν αντιδρούσε. Άνοιξε την πόρτα της και τον τράβηξε μέσα, τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του και μόλις την είδε την έριξε στον καναπέ και άρχισε να την αγκαλιάζει και να την φιλάει με μανία.

- Σας παρακαλώ σταματήστε, τι κάνετε; Αλλα εκείνος τίποτα. Τότε η Μαρίνα του άστραψε ένα χαστούκι και αυτός έπεσε ξερός στον καναπέ

 

 

 

 

 

 

ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΆΠΗ           (1)

Περπατούσε αμέριμνη στην παραλία κάνοντας τη καθημερινή πρωινή της βόλτα. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή να φωνάζει βοήθεια. Γύρισε το κεφάλι της προς τη θάλασσα και είδε μια γυναίκα να πνίγεται. Εκείνη τη στιγμή τα έχασε δεν ήξερε πως να αντιδράσει, ήταν πολύ πρωί και δεν κυκλοφορούσε κανένας, έπρεπε κάτι να κάνει. Κάλεσε βοήθεια από το κινητό της, έβγαλε τα παπούτσια της και βούτηξε στο νερό, ένοιωσε το κορμί της να μουδιάζει από το κρύο, την πλησίασε και την τράβηξε από τα μαλλιά,έμοιαζε αναίσθητη μάλλον είχε χάσει τις αισθήσεις τις. Μέχρι να τη βγάλει έξω είχε έρθει και η βοήθεια. Έτρεξαν γρήγορα της έκαναν τεχνητή αναπνοή αλλά τίποτα, δυστυχώς είχε πεθάνει. Ακούγοντας την ανακοίνωση του θανάτου της η Μαρίνα έβαλε τα κλάματα. Τότε την πλησίασε ένας αστυνομικός και τη ρώτησε:

-Αδερφή σας ήταν;

-Μα τι λέτε , ποιά αδερφή μου.

-Η γυναίκα πού πνίγηκε.

-Όχι βέβαια, εγώ βούτηξα για να την βοηθήσω, αλλά δεν τα κατάφερα καταλαβαίνετε; και συνέχισε να κλαίει.

-Ηρεμήστε σας παρακαλώ, πρέπει να μου δώσετε κατάθεση για το πως ακριβώς έγινε, ελάτε μαζί μου.

- Λοιπόν πως ονομάζεστε;

-Μαρίνα Δελλή.

-Για πείτε μας κυρία Μαρίνα πως έγιναν τα πράγματα; Αφού του τα εξήγησε τον ρώτησε:

-Είχε οικογένεια, παιδιά;

-Δεν το γνωρίζουμε ακόμη, το κινητό τηλέφωνο που βρήκαμε πάνω της δε λειτουργεί. Τελειώσαμε μπορείτε να πηγαίνετε και προσπαθήστε να ηρεμήσετε, εσείς κάνατε ότι μπορούσατε. Η Μαρίνα γύρισε σπίτι της, έκανε ένα ζεστό μπάνιο για να ηρεμήσει. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα της είχαν συμβεί. Ένοιωθε ενοχές και τύψεις που δεν κατάφερε να σώσει τη γυναίκα. Μόλις είχε πάρει την άδεια της, δούλευε σε ένα ιατρικό κέντρο ως φυσιοθεραπεύτρια. Δεν είχε μπορέσει να πάρει άδεια το καλοκαίρι και έτσι την πήρε φθινόπωρο. Δεν την πείραξε αυτό γιατί δεν είχε και πολυ καλή σχέση με τη θάλασσα ,της άρεσε να κάνει περιπάτους στην παραλία παρά να κολυμπάει και να λιάζεται. Έτσι πήγε στο εξοχικό των γονιών της σε μια παραλία του Πηλίου. Οι γονείς της  ήταν στη Γερμανία. Η Μαρίνα είχε έρθει ως φοιτήτρια στην Αθήνα. Μόλις τέλειωσε τις σπουδές της και βρήκε αμέσως δουλειά σε ιατρικό κέντρο και γνώρισε το Δημήτρη που ήταν ένας απ' τους λόγους που έμεινε Ελλάδα. Μετά από δύο χρόνια σχέσης όμως διαπίστωσε ότι ο Δημήτρης απλά περνούσε την ώρα του μαζί της και την κορόιδευε  έχοντας παράλληλες σχέσεις. Πριν μερικές μέρες έβαλε τέλος σ' αυτή τη σχέση και η άδεια της δουλειάς της φάνηκε σωτήρια τη δεδομένη στιγμή για να μπορέσει να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Μετά από αυτό το περιστατικό όμως η κατάσταση της έγινε πολύ χειρότερη,μέσα σ' όλα προστέθηκαν και οι τύψεις της που δεν μπόρεσε να σώσει τη γυναίκα. Ένοιωσε ακόμα χειρότερα την επόμενη μέρα όταν χτύπησε το κουδούνι της . Ήταν ο άντρας της γυναίκας που πνίγηκε, όρμησε μέσα στο σπίτι της την έπιασε από τα χέρια και άρχισε να φωνάζει και να τη ρωτά:- Εσύ είσαι που είδες τη γυναίκα μου να πνίγεται και δεν έκανες τίποτα, γιατί πες μου γιατί;

- Σας παρακαλώ τι είναι αυτά που λέτε;

-Αυτό που άκουσες . Την έχασα μ΄ακούς;Τι θα κάνω εγώ τώρα; Έχασα την αγάπη μου μέσα από τα χέρια μου, μόλις φτιάξαμε το καινούργιο μας σπίτι, θα κάναμε οικογένεια. Άρχισε να τη βρίζει και να κάνει σα μενόμενος ταύρος,έσπαγε πράγματα και έφυγε βροντώντας τη πόρτα πίσω του.

  

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ                                                                       (2)

Η Μαρίνα κάθησε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει. Γιατί δεν τα κατάφερα  θεέ μου έλεγε συνέχεια. Έφερνε στο μυαλό της την εικόνα αυτού του άντρα και τον λυπόταν πολύ, ένας τόσο ωραίος άντρας , που αγαπούσε τη γυναίκα του και θα έφτιαχνε οικογένεια μαζί της τώρα τα είχε χάσει όλα. Τι κρίμα. Δεν άντεχε άλλο και βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Βγαίνοντας στα σκαλοπάτια της βρήκε ξαπλωμένο τον άντρα μ΄ένα άδειο μπουκάλι ουίσκυ στα χέρια του, ήταν μεθυσμένος. Προσπάθησε να του μιλήσει αλλά εκείνος δεν αντιδρούσε. Άνοιξε την πόρτα της και τον τράβηξε μέσα, τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του και μόλις την είδε την έριξε στον καναπέ και άρχισε να την αγκαλιάζει και να την φιλάει με μανία.

- Σας παρακαλώ σταματήστε, τι κάνετε; Αλλα εκείνος τίποτα. Τότε η Μαρίνα του άστραψε ένα χαστούκι και αυτός έπεσε ξερός στον καναπέ