ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (ΚΕΦ.18)

    Όταν αντίκρισε το σπίτι ένοιωσε το φόβο που έζησαν εκεί οι άνθρωποι του, προχώρησε λίγο πιο κοντά, φορώντας μια μάσκα γιατί μύριζε παντού καμένο και έβγαινε ακόμα καπνός. Όλα είχαν γίνει στάχτη, έπιπλα, σερβίτσια, ρούχα, φωτογραφίες, ηλεκτρικά, ακόμα και ο όμορφος κήπος είχε γεμίσει καμένα ξερόκλαδα. Ο Νίκος δεν άντεξε, γονάτισε κάτω και άρχισε να φωνάζει: «Γιατί Θεέ μου, γιατί να το ζήσω κι αυτό εεεεε;» Άκουσε όμως μια μελωδία στ’ αυτιά του και σταμάτησε, το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Άκουγε το τραγούδι που τραγουδούσε η γυναίκα του όταν τη γνώρισε και μια φωνή να του λέει: «Αυτό ήταν το τελευταίο». Νόμιζε πως είχε πεθάνει και βρισκόταν στη κόλαση, μετά από λίγο σηκώθηκε και πήγε στ’ αυτοκίνητο, χτύπησε το κινητό του και δεν ήθελε να το σηκώσει, φοβόταν πάλι μήπως ήταν για κακό. Όταν ξαναχτύπησε, το σήκωσε, ήταν η Χρυσάνθη.
- Νίκο που είσαι, με τρόμαξες;
- Καλά είμαι συγνώμη, σοκαρίστηκα όταν είδα το σπίτι, είπε και άρχισε να γελά δυνατά.
- Νίκο γελάς;
- Ναι, τέρμα τα κλάματα ακούς; Τέρμα!
- Ο Σπύρος σε ζητάει, προσπάθησε να συνέλθεις σε παρακαλώ και έλα κοντά του.
    Δεν της απάντησε καν, έκλεισε απλά το τηλέφωνο.
    Η Χρυσάνθη κατάλαβε ότι είχε κουραστεί με την ίδια του τη ζωή και φοβόταν πιο πολύ γι’ αυτόν παρά γι’ αυτούς που ήταν στο νοσοκομείο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε, τον πλησίασε και τα χέρια του ήταν γεμάτα μουτζούρες και τον έστειλε στη τουαλέτα να πλυθεί. Μόλις βγήκε έτρεξε κατευθείαν στο Σπύρο, η Άννα κοιμόταν στην αγκαλιά της κυρίας Ντίνας.
    Η Χρυσάνθη κανόνισε να μεταφερθούν σε νοσοκομείο της Αθήνας, την άλλη μέρα μεταφέρθηκαν οι ασθενείς μέχρι το μεσημέρι και όλοι οι υπόλοιποι γύρισαν με το αυτοκίνητο της Χρυσάνθης στο σπίτι της.
    Ο Νίκος τους άφησε και πήγε στην ασφαλιστική που είχε ασφαλίσει το σπίτι, ευτυχώς και για φωτιά, για να δει τι μπορούσε να γίνει. Σ’ αυτό στάθηκαν τυχεροί, η ασφαλιστική τους παραχωρούσε ένα σπίτι στην Αθήνα μέχρι να επισκευαστεί το σπίτι τους που κάηκε. Έτσι, έμειναν προσωρινά στο σπίτι της εταιρείας όλοι μαζί και ο Σπύρος που βγήκε από το νοσοκομείο, μόνο η Σωτηρία έπρεπε να μείνει κι άλλο γιατί ήταν πολύ χάλια. Η Χρυσάνθη κι ο Νίκος κάθε μέρα πήγαιναν και την έβλεπαν.

    Μια μέρα που έφτασε νωρίτερα ο Νίκος, η Σωτηρία του είπε:
- Παιδί μου είσαι ήρωας που άντεξες όλα αυτά, νομίζω ότι είναι η σειρά σου τώρα να ευτυχήσεις, αρκετά υπέφερες, αν και σίγουρα ένοιωσες ότι ήσουν ευτυχισμένος κάποτε.
- Ξέρετε, δεν την ένοιωσα ποτέ την ευτυχία.
- Μη μιλάς έτσι, τα παιδιά σου δε σε έκαναν να νοιώσεις ευτυχία;
- Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη.
- Νίκο ξύπνα και άρπαξε την ευτυχία που ήρθε με ένα περίεργο τρόπο δίπλα σου, την κόρη μου εννοώ.
- Με την κόρη σας είμαστε απλά φίλοι.
- Όχι, σε έχω δει πως τη κοιτάζεις, κόβει εμένα το μάτι μου, θα μου υποσχεθείς όμως κάτι, πως δε θα τη πληγώσεις ποτέ. Η Χρυσάνθη μου είναι πολύ ξεχωριστός άνθρωπος, όσο δυνατή φαίνεται τόσο πιο εύθραυστη και ευαίσθητη είναι.
- Δεν ξέρω κυρία Σωτηρία,είμαι πολύ μπερδεμένος και φοβάμαι ότι κοντά μου θα καταστραφεί.
- Όχι παιδί μου, σταμάτα να σκέφτεσαι αρνητικά, αφού σ' αρέσει η κόρη μου, μη την απομακρύνεις.
- Πρώτη φορά ακούω μάνα να σπρώχνει τη κόρη  της σε έναν άντρα με τέτοια μοίρα και με δυο παιδιά σε χάλια οικογενειακή κατάσταση.

-Ίσως γιατί κι εγώ έζησα άσχημη οικογενειακή κατάσταση.
-Τι εννοείτε; Πιο δύσκολη από τη δική μου, αποκλείεται.
-Ναι ομολογώ πως η δική σου κατάσταση έχει ξεφύγει.
     Η κυρία Σωτηρία του διηγήθηκε με λίγα λόγια την ιστορία της, ο Νίκος δε το πίστευε και στο τέλος τη ρώτησε:
- Πως παντρευτήκατε έναν τέτοιο άντρα;
- Τότε παιδί μου οι γονείς μας κανόνιζαν τους γάμους, όχι εμείς.
- Ενώ τώρα εσείς δε το κάνετε, της είπε και γέλασαν κι οι δυο.
- Ερωτευτήκατε ποτέ στη ζωή σας ή δεν προλάβατε;
- Πρόλαβα, το έζησα κι αυτό, αν και είσαι ο μόνος που το λέω, ούτε η Χρυσάνθη μου το ξέρει.
- Εκείνος σας αγαπούσε;
- Νομίζω ναι, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια για μας, εκείνος αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό γιατί αρρώστησε άσχημα η αδερφή του.
- Και δεν ανταμώσατε ξανά από τότε;
- Όχι βέβαια.
- Πως τον έλεγαν;
- Δε θα το πιστέψεις... ον έλεγαν Νίκο.
- Αλήθεια λέτε;
- Ναι.
    Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η Χρυσάνθη και ρώτησε γεμάτη απορία:
- Για ποιον Νίκο λέτε που αρρώστησε η αδερφή του, Νίκο έχεις αδερφή;
- Όχι, δε κατάλαβες καλά κορίτσι μου, για έναν γιατρό λέγαμε που με παρακολουθεί, της απάντησε η Σωτηρία. 
- Α μάλιστα, πως είμαστε σήμερα;
- Καλά μια χαρά, ο γιατρός λέει ότι σε μια βδομάδα θα βγω.
- Πολύ ωραία, θα κάνουμε ένα πάρτυ μόλις βγεις από δω.
    Σε πέντε λεπτά είχαν έρθει οι γιατροί και τους έβγαλαν έξω. Ο ένας ο γιατρός που την παρακολουθούσε, της είπε:
- Κυρία Σωτηρία, πάμε μια χαρά, αυτή τη βδομάδα θα λείπω σ' ένα συνέδριο στο εξωτερικό και θα με αντικαταστήσει ο συνάδελφος, δόκτωρ Νικ ήρθε πρόσφατα από το εξωτερικό.
- Καλημέρα κυρία μου έχω δει το φάκελο σας όλα θα πάνε μια χαρά.
Η Σωτηρία ακούγοντας αυτή τη φωνή μούδιασε, δε μπορεί δεν είναι δυνατόν, σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε: "Θεέ μου δε μπορεί, αυτά τα μάτια της ήταν πολύ γνώριμα". Κι εκείνος τη κοιτούσε σαστισμένος.
- Σωτηρούλα μου, εσύ είσαι;
- Δεν είναι δυνατόν, Νίκο εσύ;
- Ναι εγώ είμαι.
    Ο άλλος γιατρός τους διέκοψε λέγοντας:
- Γνωρίζεστε;
- Ναι, είμαστε από το ίδιο χωριό, γείτονες.
- Χαίρομαι και θα είμαι πιο ήσυχος τώρα, σας αφήνω να τα πείτε.
    Μίλησε πρώτος ο Νικ:
- Σωτηρούλα μου δεν άλλαξες καθόλου, της είπε ενώ κάθόταν δίπλα της και της έπιανε το χέρι, θα σ' αναγνώριζα όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
- Κι εγώ Νίκο μου, είπε κι εκείνη και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της.
- Μη κλαις γλυκιά μου.
     Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η Χρυσάνθη ανήσυχη, ακολούθησε κι ο Νίκος.
- Συμβαίνει κάτι γιατρέ;
    Σηκώθηκε βιαστικά ο Νικ και της είπε:
- Όχι, όχι τίποτα, τα λέγαμε λίγο, γνωριζόμαστε από παλιά και συγκινηθήκαμε λίγο. Εσείς πρέπει να είστε η κόρη της, της μοιάζετε.
- Ναι, εγώ είμαι.
Η Σωτηρία διέκοψε λέγοντας:
- Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, κόρη μου, με τον δόκτωρ Νικ.
- Α πολύ ωραία χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω, δόκτωρ Νικ.
    Ο Νίκος κατάλαβε πως κάτι έτρεχε μ' αυτόν το γιατρό και δεν άντεξε και ρώτησε:
- Νίκ από το Νίκος;
- Ναι.
- Συνονόματοι, χάρηκα, είπε, δίνοντας το χέρι και κοιτώντας τη Σωτηρία που του έκλεισε το μάτι.
Μετά τις συστάσεις, ο Νικ έφυγε και μετά από λίγο έφυγαν η Χρυσάνθη κι ο Νίκος. Η Σωτηρία δε μπορούσε να πιστέψει ότι μόλις ανέφερε το όνομα του, εμφανίστηκε μπροστά της.
"Τι σύμπτωση ήταν αυτή, η μοίρα ακόμη μου παίζει τρελλά παιχνίδια", σκέφτηκε.