ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (ΚΕΦ.24)

    Μια Κυριακή πρωί, η Χρυσάνθη ξύπνησε μούσκεμα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν ιδρώτας αλλά αμέσως διαπίστωσε πως είχαν σπάσει τα νερά της. Ήταν λίγο νωρίς βέβαια αφού μόλις είχε μπει στο μήνα τηςαλλά τελικά πήγαν όλα καλά, γέννησε φυσιολογικά ένα κοριτσάκι 4.200 κιλά, ολόκληρο παιδί.
    Με το που γέννησε, το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν το παιδί ήταν εντάξει, αφού είχε το φόβο, μήπως γεννήσει ένα παιδί με ειδικές ανάγκες λόγω κληρονομικότητας από τη μητέρα της, που γέννησε τη Μυρτώ. Μόλις την είδε και την πήρε αγκαλιά, είδε πόσο ζωηρή ήταν και ησύχασε, ο γιατρός τη διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και όλα είναι φυσιολογικά. Τα μάτια της μικρής της θύμιζαν την αδερφή της, γι' αυτό της έδωσε και το όνομα της και ήταν σίγουρη πως έτσι έκανε χαρούμενη και τη μητέρα της. Το συζήτησε βέβαια και με τους υπόλοιπους και ο Νίκος της είπε δεν τον ενοχλεί κανένα όνομα και αν ήθελε μπορούσε να βάλει και της μητέρας της και τότε πετάχτηκε ο Σπύρος λέγοντας:" Η γιαγιά Σωτηρία το άκουσε το όνομα της καλέ μπαμπά από το Σωτήρη το σκύλο, το ξέχασες;" Όλοι έβαλαν τα γέλια. Η κυρία Ντίνα πάλι ενθουσιάστηκε πάρα πολύ, γιατί Μυρτώ έλεγαν τη μητέρα της, δεν έτυχε να το συζητήσουν ποτέ και όταν το άκουσε, βούρκωσε και έκλαψε από τη χαρά της. Τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο,με κάτι ενώνονται οι οικογένειες μεταξύ τους κι ας μην το βλέπουμε στην αρχή,σκέφτηκε η Χρυσάνθη.
    Επέστρεψαν στο σπίτι η μητέρα και το μωρό και η καθημερινότητα άρχισε να γίνεται βασανιστική για τη Χρυσάνθη καθώς η μικρή αποδείχτηκε "μπελάς" Ανά δυο ώρες, έκλαιγε ουρλιάζοντας, έκανε συνέχεια εμετούς και δεν τους άφηνε σε ησυχία. Δυστυχώς η Χρυσάνθη δε γλίτωσε την επιλόχεια κατάθλιψη, ήταν συνέχεια νευρική με όλους και κάθε τρεις και λίγο την έπιαναν τα κλάματα. Άρχισε να αδιαφορεί για όλους, ακόμη και για το μωρό το ίδιο, πήγε και η κυρία Ντίνα να βοηθήσει αλλά η Χρυσάνθη είχε κλειστεί στον εαυτό της. Ο Νίκος δεν την αναγνώριζε. "Τι έπαθε, δεν θ' αντέξω άλλη σχιζοφρένεια Θεέ μου", σκεφτόταν.
    Μια μέρα δεν άντεξε και της μίλησε:
-Αγάπη μου αν δεν είσαι καλά, θέλεις να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό, σ΄έναν συνάδελφο σου;
-Τι λες; Ακούς αυτά που λες;
-Αγάπη μου σε παρακαλώ, σύνελθε, δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι.
    Δεν του μίλησε, του βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα και έφυγε, περπατούσε στο δρόμο σα χαμένη, περίπου 1 ώρα και χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει στα νεκροταφεία, λες και κάποιο χέρι την είχε οδηγήσει εκεί. Πήγε στον τάφο της μητέρας της, έκλαψε, έκλαψε και μετά από ώρα σταμάτησε. Άκουσε τη φωνή της στ' αυτιά της να της λέει: "Σήκω κορίτσι μου και πήγαινε στην οικογένεια σου και στη μικρή Μυρτώ σου που σε χρειάζεται, εσύ είσαι σκληρό καρύδι, δεν είναι τίποτα αυτό θα περάσει, απλά σου ήρθαν όλα μαζί. Βασίσου στη κυρία Ντίνα, είναι καλός άνθρωπος και σ' αγαπάει. Μη στεναχωρείς άλλο το Νίκο σου που σ' αγαπάει, έχει περάσει τόσα πολλά κι αυτός και τα παιδιά του, κάνε πράγματα που σε ηρεμούν και μείνε δίπλα στην οικογένεια σου. Άντε κόρη μου, για να ησυχάσω κι εγώ και αν νευριάζεις να ξεσπάς στο Σωτήρη, εκείνος είναι εκπαιδευμένος να αντέχει." Λες να έστειλε το σκύλο η μάνα μου; σκέφτηκε και από τα κλάματα το γύρισε στα γέλια. Η κυρία Σωτηρία το έκανε πάλι το θαύμα της αν και πεθαμένη, από εκείνη τη μέρα η Χρυσάνθη έκανε στροφή 180 μοιρών στη συμπεριφορά της, πρώτα απ' όλα ζήτησε συγνώμη από το Νίκο και τα παιδιά και άρχισε να ασχολείτε με τον εαυτό της και να βλέπει πάλι ερωτικά τον άντρα  της.
    Η μικρή όσο μεγάλωνε ήταν σκέτη απόλαυση, όλοι ασχολούνταν μαζί της κι εκείνη το εκμεταλλευόταν, έμοιαζε όλο και περισσότερο στο μπαμπά της και όταν του το έλεγαν, κορδωνόταν και καμάρωνε. Η Μυρτούλα του είχε τρελή αδυναμία, ευτυχώς δεν ζήλεύαν η Άννα και ο Σπύρος, ίσως επειδή είχαν αρκετή διαφορά, εκείνος που ζήλευε πολύ ήταν ο Σωτήρης, γιατί όλοι ασχολούνταν με το μωρό και εκείνον τον ξεχνούσαν, ακόμα κι ο Σπύρος, ο Σωτήρης όμως έκανε υπομονή και περίμενε, ίδιος η Σωτηρία.
    Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά μεγάλωσαν, ο Σπύρος πήγαινε πλέον στο Λύκειο και η Άννα στο Γυμνάσιο, με τη βοήθεια της Χρυσάνθης είχαν γίνει πολύ καλοί μαθητές. Η Μυρτώ μόλις τέλειωσε το νηπιαγωγείο, με την Άννα είχαν γίνει αχώριστες σαν αδελφές και οι δυο κούκλες -  έμοιαζαν το μπαμπά τους. Ο Σπύρος σωστό παληκάρι, αλλά δεν έμοιαζε καθόλου στο Νίκο, ήταν ίδιος η μαμά του. Η συμπεριφορά του όλα αυτά τα χρόνια ήταν καλή, η σχέση του με την Χρυσάνθη γινόταν όλο και καλύτερη, με εκείνη όμως που τα πήγαινε πιο καλά ήταν η κυρία Ντίνα, έτσι κι αλλιώς αυτή γνώρισε για μητέρα του και το θετικό ήταν ότι τη συμβουλευόταν για ότι τον απασχολούσε. Αν καμιά φορά νευρίαζε, το βλέμμα του αγρίευε και ο Νίκος τον είχε από κοντά, γιατί πάντα φοβόταν να μην εκδηλώσει σχιζοφρένεια.