Η ΓΙΑΓΙΑ ΚΟΜΦΕΤΟΥΛΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΕΡΠΑΝΤΙΝΑΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Η ΓΙΑΓΙΑ ΚΟΜΦΕΤΟΥΛΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΕΡΠΑΝΤΙΝΑΣ

ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

 

ΓΙΑΓΙΑ ΚΟΜΦΕΤΟΥΛΑ: Καλησπέρα παππού Σερπαντίνα, τι κάνετε, έχω πολλές μέρες να σας δω. Που χαθήκατε;

ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΕΡΠΑΝΤΙΝΑΣ: Καλησπέρα γιαγιά Κομφετούλα, είχα πάει για λίγες μέρες στην κόρη μου στο νησί.

Γ. Κ.: Α μάλιστα. Να σας ρωτήσω, θέλετε να έρθετε το βραδάκι να πιούμε λίγο κρασάκι και να το τσικνίσουμε, μιας και είναι Τσικνοπέμπτη και θα είμαι μόνη μου;

Π. Σ.: Μα και βέβαια, δεν θα άντεχα ν’ αφήσω  μόνη  μια κυρία, τέτοια μέρα. Όσο για το κρασάκι, αφήστε το σε μένα είμαι ειδικός  σ’ αυτά,  της είπε χαμογελώντας.

Γ. Κ.: Ωραία θα σας περιμένω γύρω στις οκτώ, είναι καλά;

Π. Σ.: Θαυμάσια!

    Η γιαγιά Κομφετούλα ήταν χαρούμενη και άρχισε να στολίζει το σπίτι με σερπαντίνες, μάσκες και μπαλόνια.Έφτιαξε τα μαλλιά της έναν όμορφο κότσο, έβαλε το κομφετί της φόρεμα και έβαψε με λίγο κραγιόν τα χείλη της. 
Το ίδιο χαρούμενος ήταν και ο παππούς Σερπαντίνας, έβαλε το ριγέ του το κουστούμι, την αγαπημένη του κολόνια, έριξε πάνω του και μερικές σερπαντίνες και πήγε στη γιαγιά Κομφετούλα.
    Άρχισαν να πίνουν , να γελούν ασταμάτητα και να θυμούνται παλιές Τσικνοπέμπτες που ήταν νέοι.

-Γ. Κ.: Θυμάσαι που είχαμε ντυθεί ρωμαίος και Ιουλιέτα;

-Π. Σ.:Ε πώς να μη το θυμάμαι! Τότε ήταν που ανταλλάξαμε και ένα φιλί!

Η γιαγιά Κομφετούλα κοκκίνισε από την ντροπή της.

-Π. Σ.: Θυμάσαι που είχαμε ντυθεί γιατρός και νοσοκόμα και κερδίσαμε το 1ο βραβείο;

-Γ. Κ.: Πώς να το ξεχάσω που γλίστρησες και έριξες πάνω μου μια ολόκληρη τούρτα και από νοσοκόμα έγινα σωστός κλόουν! 

-Π. Σ.: Το καλύτερο απ’ όλα ήταν όταν ντυθήκαμε γιαγιά και παππούς και χορέψαμε το πιο ωραίο ροκ εν ρολ. Ήμασταν έτσι ακριβώς όπως είμαστε και τώρα.

-Γ. Κ.: Με μια μικρή διαφορά: τώρα είμαστε στ’ αλήθεια γέροι!

-Π. Σ.: Εξωτερικά μόνο γιατί εσωτερικά θα είμαστε πάντα νέοι! Τι λες, χορεύουμε ένα ροκ εν ρολ; 

Την άρπαξε από το χέρι κι άρχισαν να χορεύουν μα, πριν περάσουνν 5 λεπτά, σωριάστηκαν κάτω.

-Γ. Κ.: Σου το’ πα εγώ γλυκέ μου δεν είμαστε πια νέοι, δεν αντέχουν τα πόδια και η καρδιά.

-Π. Σ.: Όπως και να’ χει, για μένα ήταν οι πιο ωραίες στιγμές. Νιώθω σα να μην πέρασε μια μέρα και οι αναμνήσεις αυτές μου δίνουν δύναμη από δω και πέρα.

-Γ. Κ.: Έχεις δίκιο, και για μένα έτσι είναι.

Συνέχισαν να πίνουν, να γελούν και να θυμούνται όλο το βράδυ χαρούμενοι...