ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (13)

Η καινούργια δουλειά , αρκετά απαιτητική και κουραστική, η μετακόμιση που έκαναν τελικά σ’ εκείνο το σπίτι αποδείχτηκε σωτήρια, γιατί δεν είχαν την κούραση της διαδρομής. Όπως σωτήριος  ήταν και ο κύριος Κοσμάς που τις φρόντιζε πραγματικά σαν κόρες του, μέχρι και φαγητό τις ετοίμαζε. Είχαν μερικές ελλείψεις ακόμη στο σπίτι, αλλά σιγά σιγά θα τα ταχτοποιούσαν κι αυτά. Η Κική αποδείχτηκε πολύ καλή συγκάτοικος και φίλη. Όσο ήταν καλός ο καιρός, δε το κουνούσαν καθόλου από το καινούργιο σπίτι που ήταν στην εξοχή. Τώρα αν θα χάλαγε ο καιρός ίσως να μην τους άρεσε τόσο, αλλά και μόνο το ότι βρήκαν τόσο γρήγορα δουλειά και σπίτι φθηνό κοντά ήταν θαύμα. Επιτέλους η Μαρίνα είχε ηρεμήσει λίγο από το <<μέτωπο των ανδρών>>, βέβαια κάθε βράδυ έβλεπε στον ύπνο της τον Παύλο, δε περνάει τόσο γρήγορα ο έρωτας. Είχαν περάσει τρείς βδομάδες  έντονης κούρασης μέχρι να συνηθίσουν και να μπουν σ’ ένα φυσιολογικό ρυθμό δουλειάς. Η προϊσταμένη τους πάντως ήταν ενθουσιασμένη από τη δουλειά τους, όπως ενθουσιασμένοι ήταν και οι ηλικιωμένοι. Μερικοί ήταν αμίλητοι και στεναχωρημένοι και μερικοί έξω καρδιά. Ιδίως ένας παππούς έλεγε της Μαρίνας καθημερινά: -Μαρινάκι μου μη ξεχάσεις να μου πεις όταν έρθουν οι γονείς σου τις γιορτές, για να τους  ζητήσω το χέρι σου. Σ’ αγαπάω γλυκιά μου.

Η Μαρίνα κάθε φορά ξεκαρδιζόταν στα γέλια αλλά εκείνος το συνέχιζε: -Σοβαρά μιλάω βασίλισσα θα σ’ έχω. Η Κική να μη χάσει κάθε φορά έλεγε: Κι εγώ κουμπάρα και νονά των παιδιών σας, πόσα θα κάνετε;

Λες αυτή να ήταν η μοίρα μου να παντρευτώ έναν 89χρονο; (σκέφτηκε). Η Μαρίνα παρόλο  που ο κύριος Κοσμάς τους είχε φαγητό όταν δεν προλάβαιναν να κάνουν οι ίδιες, δεν έτρωγε σωστά και είχε αδυνατίσει αρκετά της έπεφταν τα ρούχα της. Η Κική αντίθετα έτρωγε μετά μανίας.

-Φιλενάδα πρέπει ν’ αρχίσεις να τρως γιατί έτσι πως πάω εγώ θα φάω κι εσένα. Δε θ’ αρρωστήσουμε κιόλας για έναν Παύλο.

Τα είχε πει όλα στην Κική και γνώριζε την κατάσταση. Βέβαια εκείνη πίστευε ότι κι ο Παύλος κάτι ένιωθε γι’ αυτήν. Μια μέρα που επέστρεψαν από τη δουλειά, παρατήρησαν ότι το γραμματοκιβώτιο της Κικής ήταν γεμάτο και της Μαρίνας δεν είχε ποτέ τίποτα.

-Μαρίνα τι γίνεται, εσύ δεν είχες τίποτα στο γραμματοκιβώτιο, μήπως πρέπει να το δεις;

-Ναι δίκιο έχεις. Δήλωσα τη νέα διεύθυνση αλλά ακόμα τίποτα. Είναι να πληρώσω και κάτι υπόλοιπα και στο παλιό σπίτι. Αύριο που είναι Σάββατο θα πάω να δω στο παλιό σπίτι, μήπως έχω τίποτα εκεί. Σηκώθηκε το πρωί, ήπιε τον καφέ της και ξεκίνησε γιατί η συγκοινωνία δεν ήταν συχνή εκεί και ήθελε και τρία τέταρτα να πάει. Μόλις έφτασε, τι να δει, το γραμματοκιβώτιο της ήταν γεμάτο. Ευτυχώς είχε κρατήσει το κλειδάκι. Δεν πρόλαβε να το ανοίξει και ακούει μια φωνή να της λέει:

-Μαρίνα εσύ είσαι; Καλά δε ντρέπεσαι καθόλου, πού εξαφανίστηκες τόσο καιρό; Της άστραψε ένα χαστούκι. Ήταν ο Παύλος.

Εκείνη τρόμαξε και πόνεσε. Με δάκρυα στα μάτια, όχι τόσο από το χαστούκι, αλλά που τον είδε δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Εκείνος την αγκάλιασε και άρχισε να της χαϊδεύει το πρόσωπο και να της λέει:

-Μαρίνα μου συγνώμη, πήγα να τρελαθώ που δεν σ’ έβρισκα, νόμιζα ότι κάτι έπαθες εξαιτίας μου. Πήγα και σ’ αυτόν τον ηλίθιο το Δημήτρη, αλλά δεν ήξερε τίποτα. Πού ήσουνα, είσαι καλά; Αδυνάτισες πολύ.

-Ησύχασε Παύλο θα σου εξηγήσω, δε φαντάστηκα ότι θα ανησυχούσες τόσο.

-Αυτό να μην το ξαναπείς, κοκκίνισε  το μάγουλο σου πονάς;

-Όχι.

-Έλα πάμε στο αυτοκίνητο έχω μια αλοιφή να σου βάλω.

Τον ακολούθησε, αφού της έβαλε αλοιφή πήγε και της έφερε την αλληλογραφία από το γραμματοκιβώτιο.

-Ορίστε και η αλληλογραφία σου, έχεις και από αυτόν τον ακατανόμαστο γράμμα. Τι έγινε δεν μπορείς κι εσύ να τον ξεχάσεις και θ’ αυτοκτονήσεις;

-Παύλο τι είναι αυτά που λες;

Σκηνή ζηλοτυπίας ήταν αυτή τώρα ;(αναρωτήθηκε). Μήπως είχε δίκιο τελικά η Κική κι όντως ένιωθε κάτι γι’ αυτήν; Την πλημμύρισε μια χαρά σ’ αυτήν την ιδέα………..