ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (20)

Στην αρχή του ταξιδιού δε μιλούσε κανείς, μια αμηχανία την είχαν και οι δυο. Τελικά μίλησε πρώτος ο Παύλος.

-Έχω μέρες να σε δω και νομίζω ότι ομόρφυνες, άλλαξες κάτι;

-Όχι, απλά έφτιαξα λίγο τα μαλλιά μου.

-Μάλλον μου έλειψες.

-Αλήθεια;

-Ναι η βδομάδα που πέρασε ήταν η χειρότερη μου, δεν έλεγε να τελειώσει. Εσύ πως τα πέρασες;

-Καλά, ήταν λίγο πιο χαλαρά στη δουλειά.

-Μαρίνα να σε ρωτήσω κάτι;

-Ναι, πες μου τι είναι;

-Με τον Δημήτρη τι γίνεται;

-Τι εννοείς;

-Συναντιέστε ακόμα;

-Όχι.

-Δηλαδή τη βδομάδα που πέρασε, δε βρεθήκατε καθόλου;

Η Μαρίνα άρχισε να εκνευρίζεται.

-Όχι σου είπα, γιατί επιμένεις;

-Τον αγαπάς ακόμη;

-Παύλο σε παρακαλώ, ας σταματήσουμε αυτή την κουβέντα, για τον Δημήτρη θα μιλάμε;

Ξαφνικά το ύφος του Παύλου άλλαξε και άρχισε να πατά το γκάζι και να τρέχει. Η Μαρίνα άρχισε να φοβάται.

-Παύλο τι έπαθες; Σε παρακαλώ μην τρέχεις.

-Όχι πρώτα να μου πεις αν αγαπάς ακόμη το Δημήτρη.

-Φτάνει σε παρακαλώ, θα τρακάρουμε. Ο Δημήτρης έφυγε στο εξωτερικό και δε νιώθω τίποτα, εντάξει;

Φρέναρε απότομα, πάρκαρε στην άκρη και τη ρώτησε:

-Αλήθεια λες;

-Ναι. Και άρχισε να κλαίει τρομαγμένη. Ο Παύλος την αγκάλιασε και της ζήτησε συγνώμη.

-Με τρόμαξες. Του είπε εκείνη.

-Συγνώμη αλλά αυτός ο άνθρωπος με βγάζει από τα όρια μου.

-Εσύ τον ανέφερες, όχι εγώ.

-Δίκιο έχεις, λοιπόν σου υπόσχομαι πως δε θα το ξανακάνω και θα φροντίσω να περάσεις ένα αξέχαστο Σαββατοκύριακο! Και θ’ αρχίσω μ’ αυτό. Έβγαλε ένα cd από το ντουλαπάκι και το έβαλε να παίζει.

Έπαιζε μια ωραία μουσική και εκείνος άρχισε να τραγουδά. Η φωνή του ήταν μαγική, σε ταξίδευε.

-Μήπως πρέπει ν’ αλλάξεις επάγγελμα, τραγουδάς πολύ ωραία.

Έκανε πως δεν την άκουσε και συνέχισε να τραγουδά. Δε σταματήσανε καθόλου στο δρόμο, γιατί θ’ αργούσανε.

Ο Παύλος μετά το τραγούδι, άρχισε να της λέει ανέκδοτα, ήξερε πάρα πολλά. Την αστεία πλευρά του εαυτού του, την είδε για πρώτη φορά και ήταν τέλεια. Ούτε κατάλαβε πότε έφτασαν στο Βόλο. Εκεί συνάντησαν τους γερμανούς που ενδιαφέρονταν για το σπίτι και αφού έκαναν τις συστάσεις, ξεκίνησαν για το Πήλιο. Όταν έφτασαν εκεί, η Μαρίνα αντίκρισε ένα υπέροχο σπίτι, μ’ έναν υπέροχο κήπο.

-Θεέ μου, αυτό είναι λες και βγήκε από τα παραμύθια.

-Σ’ αρέσει;

-Ναι είναι ονειρεμένο και ο κήπος του και η θέα του.

-Μόνο στην Άννα δεν άρεσε, το θεωρούσε πολύ απόμερο.

-Μα αυτή είναι η μαγεία του. Ποιος το σχεδίασε;

-Εγώ φυσικά.

Αφού έδειξαν το σπίτι στους γερμανούς και συζήτησαν για την τιμή, εκείνοι απάντησαν ότι ήθελαν να το σκεφτούν λίγο, και ότι θα του έδιναν τελική απάντηση σε μια βδομάδα, τηλεφωνικώς. Ο Παύλος έπρεπε να τους επιστρέψει στο Βόλο. Άφησε τη Μαρίνα στο σπίτι, η οποία ένιωθε πως αυτό το σπίτι είχε φτιαχτεί για κείνη. Το επεξεργάστηκε με την ησυχία της, πήγε σ’ όλα τα δωμάτια, πιο πολύ όμως λάτρεψε, το πάνω σαλόνι με το τζάκι. Είχε στρωμένη μια παχιά άσπρη φλοκάτη. Ξάπλωσε πάνω της και άρχισε να ονειροπολεί. Χωρίς να το καταλάβει, την πήρε ο ύπνος. Το όνειρο της έγινε εφιάλτης, μια γυναίκα από τη θάλασσα της φώναζε: φύγε από το σπίτι μου και αυτό θα μου το κλέψεις, όπως και την αγάπη μου τον Παύλο;