ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (3)

Μα που ήταν, πως δεν τον είχε δει, ίσως να ήταν ο ψαροντουφεκάς που είχε δει. Μάζεψε γρήγορα τα πράγματα της και πήγε σπίτι. Η καρδιά της Μαρίνας χτυπούσε σαν τρελλή και τα μάγουλα της έκαιγαν,< μήπως είμαι άρρωστη, γιατί νοιώθω έτσι;> αναρωτιόταν συνέχεια. Όλα αυτά τα πάθαινε όταν συναντούσε αυτόν τον άντρα. Ίσως πάλι να ένοιωθε έτσι από τις τύψεις που είχε που δεν έσωσε τη γυναίκα του. Όλη μέρα τη βασάνιζαν τέτοιες σκέψεις. Την επόμενη μέρα για να μπορέσει να ξεχαστεί ξεσήκωσε το σπίτι και έφτιαχνε δουλειές. Το απογευματάκι ετοίμασε και έβαλε ένα ταψί παστίτσιο στο φούρνο να ψήνεται. Την ώρα που έπλενε τα πιάτα και τα σκεύη που λέρωσε χτύπησε το κουδούνι της.Τρόμαξε από το ξαφνικό χτύπημα του κουδουνιού και της έπεσε ένα πιάτο από τα χέρια και έσπασε, όπως το μάζευε βιαστικά έκοψε το χέρι της,το τύλιξε βιαστικά με μια πετσέτα και έτρεξε να δει ποιός είναι. Κοίταξε από το ματάκι και είδε πάλι αυτόν τον άντρα. Άνοιξε γρήγορα και εκείνος τη ρώτησε:

-Γειά σας τι κάνετε;

-Καλά εσείς;

-Μα τι πάθατε στο χέρι σας έχετε αίματα.

-Δεν είναι τίποτα, μου έσπασε ένα πιάτο και μόλις πήγα να το πιάσω κόπηκα.

-Πρέπει να το καθαρίσετε και να το τυλίξετε με μια γάζα για να σταματήσει το αίμα. Αφήστε με να σας βοηθήσω. Η Μαρίνα τον άφησε και μπήκε μέσα.

-Ελάτε που είναι το μπάνιο σας;

-Από εκεί του έδειξε με το άλλο χέρι.

-Έχετε καθόλου betadine;

-Ναι, στο ντουλαπάκι δεξιά.

-Ελάτε να το ξεπλύνετε λίγο και να βάλουμε ιώδιο. Μόλις της έπιασε το χέρι, εκείνη άρχισε να τρέμει σαν το ψάρι.

-Μα εσείς τρέμετε ολόκληρη, μάλλον η εικόνα του αίματος σας τρομοκράτησε.

-Ναι μάλλον. Η Μαρίνα δεν είχε πρόβλημα με το αίμα, είχε συνηθίσει λόγω της δουλειάς της στο ιατρικό κέντρο. Άλλο ήταν το θέμα της, μόλις την άγγιζε αυτός ο άντρας αναστατόνωνταν ολόκληρη.

-Μμμ, κάτι μυρίζει υπέροχα, τι είναι;

-Αμάν, ξέχασα έχω το παστίτσιο στο φούρνο, θα μου καεί. Έτρεξε να δει και εκείνος την ακολούθησε.

-Ευτυχώς το πρόλαβα. 

-Περιμένετε το σύζυγο και τα παιδιά για να φάτε;

-Όχι δεν είμαι παντρεμένη.

-Συγνώμη είδα μεγάλο ταψί και υπέθεσα ότι μαγειρέψατε για την οικογένεια. Μάλλον περιμένετε φίλους καλύτερα να πηγαίνω.

-Όχι όχι καθίστε δεν περιμένω κανένα,έτυχε και μαγείρεψα πολύ, θα θέλατε να σας κάνω το τραπέζι;

-Καλύτερα όχι δε θέλω να ενοχλήσω.

-Σας παρακαλώ δε μ' ενοχλείτε ευχαρίστηση μου(τι κάνω θέε μου δεν είμαι καλά).

-Καθίστε στο τραπέζι στη βεράντα και εγώ θα στρώσω.

-Όχι θα σας βοηθήσω δώστε μου μαχαιροπήρουνα και τραπεζομάντηλα να ετοιμάσω το τραπέζι.

-Ωραία κι εγώ θα κόψω τη σαλάτα και θα βάλω φαγητό.Τι κρασί προτιμάτε λευκό ή κόκκινο;

-Λευκό εσείς;

-Κι εγώ προτιμώ το λευκό, το κόκκινο με ζαλίζει. Του έδωσε να ανοίξει το κρασί και εκείνη σερβίρισε το φαγητό και τη σαλάτα και κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον.

-Παύλος,της είπε και της έδωσε το χέρι.

-Μαρίνα.

-Το γνωρίζω μου έδωσε τα στοιχεία σας ο αστυνόμος.

-Λοιπόν ας φάμε τώρα που είναι ζεστό. Καλή μας όρεξη.

-Μμμ είναι πολύ νόστιμο, μαγειρεύεται πολύ ωραία, έχω να φάω τόσο νόστιμο φαγητό από τότε που έφυγα από το πατρικό μου, η μητέρα μου μαγείρευε πολύ ωραία, δυστυχώς η Άννα δεν το είχε με τη μαγειρική. 

-Άννα; Η γυναίκα σας;

-Ναι( απάντησε κοφτά και το βλέμμα του σκοτείνιασε)

-Ξέρετε λυπάμαι πολύ για όλο αυτό που έγινε. Στεναχωρήθηκα τόσο πολύ που δεν κατάφερα να τη σώσω, ίσως αν υπήρχε εκεί κάποιος άλλος εκείνη τη στιγμή να την έσωζε και τώρα να ζούσε. Δεν κρατήθηκε και έβαλε τα κλάματα.

-Φτάνει σας παρακαλώ, μη κλαίτε άλλο κι εγώ πλέον σταμάτησα. Δεν μπορώ να εξηγήσω πολλά απ' αυτά που μου συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες. Καλύτερα να πηγαίνω.

-Όχι μη φεύγετε, καθίστε.

-Φεύγω ήταν λάθος που ήρθα συγνώμη. 

Μέχρι να προλάβει να αντιδράσει η Μαρίνα, ο Παύλος είχε ήδη εξαφανιστεί. Η Μαρίνα απογοητευμένη απ΄αυτήν την κατάληξη δε μπόρεσε να φάει άλλο, μάζεψε το τραπέζι και έπλυνε τα πιάτα. Γέμισε ένα ποτήρι κρασί, κάθησε στη βεράντα και αγνάντευε την πανσέληνο.