ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (5)

Εκείνη τη στιγμή ήταν σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, παράτησε το καρότσι με τα ψώνια και βγήκε έξω τρέχοντας με την ελπίδα να τον προλάβει. Δυστυχώς, όπως πάντα εκείνος έγινε καπνός. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή οδηγούσε μηχανικά και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Το κλάμα της ήταν βουβό.( Μα τί είναι αυτό αναρωτιόταν κάθε τρεις και λίγο βάζω τα κλάματα, πολύ ευαίσθητη έγινα). Μάλλον αυτό είναι ο έρωτας τελικά σε κάνει και κλαις. Μόλις έφτασε σπίτι έβαλε μαγιό και πήγε θάλασσα. Είχε μια κρυφή ελπίδα ότι της είχε πει ψέματα ότι θα έφευγε και θα τον έβλεπε στη θάλασσα, αλλά δεν ήταν εκεί, ήταν ολομόναχη στη παραλία. Κολύμπησε λίγο και βγήκε, κάθισε μια ώρα στον ήλιο και μετά βαρέθηκε και έφυγε. Γύρισε σπίτι έβαλε να φάει αλλά δε κατέβαινε τίποτα κάτω, ένοιωθε σαν άρρωστη. Ξάπλωσε να κοιμηθεί αλλά δε μπόρεσε. Για να περάσει η ώρα της και να μη σκέφτεται άρχισε να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές στον κήπο. Αργά το απόγευμα σταμάτησε γιατί είχε κουραστεί, άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί και άρχισε να πίνει. Το άδειασε όλο και ζαλίστηκε. Είχε νυχτώσει και δεν το κατάλαβε πίνοντας. Όπως ήταν ζαλισμένη βγήκε από το σπίτι και έτρεξε προς τη θάλασσα, μπήκε μέσα με τα ρούχα και πήγαινε όλο και πιο βαθιά φωνάζοντας:

- Γιατί μου τον πήρες δώστον μου πίσω τον αγαπώωωωωωω, ακούς τον αγαπώ. Ξαφνικά ένοιωσε δυο χέρια να την τραβούν και έχασε τις αισθήσεις της. Ήταν ο Παύλος, δεν είχε φύγει. Όταν άνοιξε τα μάτια της τον είδε από πάνω της αλλά δεν αντέδρασε νόμιζε ότι ονειρευόταν, είχε μουδιάσει ολόκληρη. Τη συνέφερε η φωνή του:

-Μαρίνα τι νομίζεις ότι κάνεις μες τη νύχτα; Τρελλάθηκες;

-Παύλο εσύ είσαι; Δεν έφυγες;

-Όχι ακόμη. Τί σου συμβαίνει τί έπαθες; Είσαι πιωμένη; 

-Εγώ; Όχι δεν ξέρω.

Την πήρε αγκαλιά και την πήγε σπίτι, της έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα, την ξάπλωσε στο κρεβάτι της και την σκέπασε με μια κουβέρτα έσκυψε από πάνω, της σκούπισε τα μαλλιά την κοίταξε άγρια και της είπε: Αύριο θα το φας το ξύλο δε το γλιτώνεις, με τρόμαξες. Εκείνη αδύναμη έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε.Ο Παύλος την άφησε και κάθισε σκεφτικός στον καναπέ. Απορούσε με τον εαυτό του, στεναχωρήθηκε πολύ με τη Μαρίνα, μόνο που έφερνε την εικόνα της στο μυαλό του τον έπιανε κρύος ιδρώτας. Μήπως καλύτερα να την άφηνα και να έφευγα; σκέφτηκε, σηκώθηκε πήγε προς τη πόρτα, αλλά γύρισε  πίσω. Όχι όχι είπε αν πάθει κάτι δε θα το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου. Γύρω στις 5 το πρωί η Μαρίνα ξύπνησε με τρομερό πονοκέφαλο, προσπάθησε να σηκωθεί και διαπίστωσε πως ήταν γυμνή κάτω από την κουβέρτα, έψαξε να βρει την ρόμπα της αλλά δεν ήταν πουθενά.

- Μα πως βρέθηκα εδώ έτσι; Γιατί δε θυμάμαι τίποτα; Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει, τυλίχτηκε με την κουβέρτα και σηκώθηκε. Όταν μπήκε στο σαλόνι τρόμαξε, είδε τον Παύλο ξαπλωμένο στον καναπέ.-Μα τί γίνεται, γιατί είναι εδώ αυτός; Γύρισε απότομα να πάει στην κρεβατοκάμαρα και από τη βιασύνη της έριξε κάτω ένα βάζο που ήταν εκεί δίπλα. Ο Παύλος πετάχτηκε όρθιος και βρέθηκε δίπλα της στη στιγμή.

-Τί έγινε πως είσε;

-Καλά εσύ πως βρέθηκες εδώ;  

-Δε θυμάσαι τίποτα;

-Τί εννοείς;

-Όσα έγιναν χθες βράδυ.

-Αλήθεια  μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί είμαι γυμνή σε παρακαλώ;

-Ναι,ήσουν μούσκεμα από τη θάλασσα και αναγκάστηκα να στα βγάλω για να μην πάθεις καμιά πνευμονία. Λοιπόν άστα αυτά τώρα και πήγαινε να ξαπλώσεις, εγώ θα πάω να ταχτοποιήσω κάποιες δουλειές και θα ξανάρθω να φέρω και κάτι να φάμε.

-Πονάει το κεφάλι μου τρομερά.

-Ωραία πες μου που έχεις τα παυσίπονα να σου φέρω ένα. Η Μαρίνα υπάκουσε ήπιε το παυσίπονο και πήγε στο κρεβάτι, αμέσως ξανακοιμήθηκε. Ο Παύλος της  έριξε μια τελευταία ματιά, έγραψε κάτι σ' ένα χαρτί εκεί δίπλα της και έφυγε...