ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (8)

Δεν αντέχω άλλο, νομίζω ότι στο τέλος θα καταντήσω νευρωτική, ας μ’ αφήσουν επιτέλους ήσυχη. Μήπως να τα παρατήσω όλα και να γυρίσω στη Γερμανία;

Ταχτοποίησε τα πράγματα της και πήγε να πληρώσει τους λογαριασμούς της. Εκεί που περπατούσε στο δρόμο είδε ένα ζευγαράκι να φιλιέται με πάθος και θυμήθηκε το φιλί του Παύλου. Είναι μια ωραία ανάμνηση πλέον. Πήγε στο ταχυδρομείο να πάρει και το δέμα, ήταν από τους γονείς της. Της έστειλαν κάποια γερμανικά προϊόντα που της άρεσαν πολύ. Γύρισε σπίτι, τσίμπησε λίγο και μετά άραξε στον καναπέ να δει μια ταινία. Έβλεπε αφηρημένα, χωρίς να παρακολουθεί, το μυαλό της ήταν στον Παύλο (τι να κάνει άραγε;). Ο χτύπος του κινητού της την έβγαλε από τις σκέψεις της. Έτρεξε να το σηκώσει.-Ναι;

-Έλα Μαρίνα μου η Κική είμαι (συνάδελφος από τη δουλειά), πού είσαι στη θάλασσα;

-Όχι, όχι γύρισα.

-Α μάλιστα. Σου έχω νέα.

-Τι νέα;

-Με απέλυσαν.

-Γιατί;

-Γιατί δεν πάνε καλά τα πράγματα και μειώνουν προσωπικό. Δε θέλω να σε στεναχωρήσω, αλλά νομίζω ότι είδα και τ’ όνομα σου.

-Πλάκα κάνεις και τί θα κάνουμε τώρα;

-Εγώ άρχισα να ψάχνω το οτιδήποτε.

-Δεν έπρεπε να με ειδοποιήσουν;

-Ναι δεν ξέρω, μήπως το μετάνιωσαν; Να βρεθούμε να τα πούμε από κοντά;

-Ναι βέβαια, θέλεις να βρεθούμε στη πλατεία για καφέ αύριο το πρωί στις 11;

-Οκ. Τα λέμε.

Δεν πρόλαβε να κλείσει το τηλέφωνο και ξαναχτύπησε. Ήταν από τη δουλειά της, την κάλεσε ο διευθυντής να πάει από κει. Ντύθηκε και έφυγε. Όπως της είχε πει και η Κική, την απέλυσαν. Και τώρα τι κάνω; Μου φαίνεται πως όλα συνωμοτούν για να φύγω. Αγόρασε εφημερίδες, πήγε σπίτι και άρχισε να ψάχνει στις αγγελίες για δουλειά, δεν ήθελε να τα παρατήσει έτσι εύκολα. Το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι της, ήταν ο Δημήτρης. Στην αρχή δεν του άνοιξε, αλλά εκείνος επέμενε και αναγκάστηκε ν’ ανοίξει.

-Τι θέλεις πάλι;

-Σε παρακαλώ βοήθησε με.

-Δημήτρη δεν είμαι και στην καλύτερη φάση μου μόλις μ’ απέλυσαν.

-Λυπάμαι, αλλά δεν είμαι καθόλου  καλά, πρέπει να μιλήσω σε κάποιον που να με καταλαβαίνει και δεν έχω άλλον εκτός από σένα.

-Υπάρχουν και οι ψυχολόγοι.

-Μαρίνα σε παρακαλώ. Τον άφησε και πέρασε μέσα. Σ’ ακούω λέγε.

-Ξέρω είναι τρελό αυτό που σου ζητάω, αλλά είσαι λογικό άτομο και μπορεί να με βοηθήσεις.

-Αυτή η λογική θα με φάει. Λέγε.

-Από τη στιγμή που γνώρισα αυτή την γυναίκα την ένιωσα πολύ κοντά μου, είχε αυτό το κάτι που με μάγεψε. Δε μιλούσε πολύ για τον εαυτό της, ούτε για την οικογένεια της, σαν κάτι να έκρυβε. Της τηλεφωνώ και το τηλέφωνο της είναι κλειστό, εννιά μέρες είναι εξαφανισμένη. Πολύ φοβάμαι ότι κάτι έπαθε. Αμέσως δάκρυσε.

-Πρώτη φορά σε βλέπω έτσι μάλλον την αγαπάς. Έλα μην κλαις, θα την βρούμε. Το ότι θα σε παρηγορούσα για μια άλλη γυναίκα δεν το περίμενα. Πόσο καιρό είσαστε μαζί;

-Έξι μήνες.

-Α  ώστε μ’ αυτήν με κορόιδευες. Όταν εξαφανιζόταν αυτή, έβγαινες μαζί μου.

-Μαρίνα έχεις δίκιο, καλύτερα να φύγω.

-Κάτσε κάτω. Πού μένει ξέρεις;

-Η ίδια δε μου είπε, αλλά εγώ μια μέρα την παρακολούθησα και είδα.

-Ωραία, γιατί δε πας να τη βρεις;

-Πήγα πολλές φορές αλλά δεν είναι κανείς εκεί. Ρώτησα έναν κύριο από την ίδια οικοδομή και μου είπε ότι έλειπαν διακοπές.

-Είδες λοιπόν άδικα ανησυχείς, θα έχει πάει διακοπές με τους γονείς της και δε θα πρόλαβε να σε ειδοποιήσει.

-Μα μου είχε πει ότι οι γονείς της είχαν πεθάνει.

-Μήπως θέλει λίγο χρόνο να σκεφτεί;

-Τι να σκεφτεί;

-Αν σ’ αγαπάει.

-Λες;

-Ναι δωσ’ της λίγο χρόνο ακόμη.

-Μακάρι να είναι έτσι, σ’ ευχαριστώ Μαρίνα, ίσως να έχεις δίκιο θα περιμένω λίγο ακόμη.

Σηκώθηκε και έφυγε πιο ήρεμος. Τι απρόβλεπτη που ήταν η ζωή…….