ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.1

ΑΘΗΝΑ

      Το τρένο σφύριξε ακριβώς  στις  11 το βράδυ, είχε φτάσει στην Αθήνα και μαζί του κι η οικογένεια Κωστούλη κρατώντας  στα χέρια της τη μικρή Αγνή. Τότε όμως συνέβη κάτι το αναπάντεχο . Έκλεισαν αυτόματα οι πόρτες του τρένου και πετάχτηκαν από παντού άντρες με όπλα και καλυμμένα πρόσωπα. Επικράτησε ένας πανικός .Άνοιγαν όλα τα βαγόνια και μάζευαν τον κόσμο στους διαδρόμους. Η οικογένεια Κωστούλη τα' χασε δεν ήξερε τι να κάνει. Η Ανέτα Κωστούλη από το φόβο της πήρε το μωρό με το καλαθάκι του και το έκρυψε πάνω πίσω από τις αποσκευές . Εκείνο δεν κατάλαβε τίποτα , κοιμόταν. Η κυρία Ανέτα φοβήθηκε ότι θα τους πυροβολήσουν γι ‘αυτό έκρυψε τη μικρή για να τη σώσει. Το τρένο συνέχιζε την πορεία χωρίς σταματημό .Κάποια στιγμή , μετά από αρκετή ώρα σταμάτησε απότομα. Οι κουκουλοφόροι έσπρωχναν τον κόσμο από τις πόρτες και τους υποχρέωναν να κατέβουν σε κάτι απόκρημνα χωράφια . Παντού φωνές και κλάματα. Αφού τους κατέβασαν όλους το τρένο συνέχισε την πορεία του.

    Η μικρή Αγνή είχε μείνει μέσα στο τρένο μαζί με τους κουκουλοφόρους. Έτσι το 'θελε η μοίρα. Οι άντρες με τα όπλα  άρχισαν να ψάχνουν τις αποσκευές του κόσμου για χρήματα. Κάποια στιγμή έφτασαν και στο βαγόνι που ήταν κρυμμένη η Αγνή. Το μωρό είχε ξυπνήσει και έπαιζε με τα χεράκια του. Μπήκαν δυο μέσα , ο ένας πήρε τις βαλίτσες τις πέταξε κάτω και άρχισε να τις ψάχνει. Ο άλλος τότε είδε την Αγνή, τρόμαξε και είπε με την αγριοφωνάρα του:

- Τι είναι τούτο; Ει εδώ άφησε κάποιος ένα κοκκινομάλλικο μυξιάρικο. 

–Μα τι λες ; είπε ο άλλος.

- Δεν ακούς ; έχει ένα μωρό εδώ. Εκείνη τη στιγμή μόλις τον είδε η Αγνή άρχισε να κλαίει γιατί φοβήθηκε που τον είδε με την κουκούλα. Σκάσε μυξιάρικο , είπε εκείνος απότομα.

Ακούστηκε φασαρία , βγήκε ο ένας στο διάδρομο  κι έμαθε τι γινόταν. 

-Γρήγορα σε λίγο θα σταματήσουμε το τρένο για να κατεβούμε γιατί μας έχουν  στήσει μπλόκο πιο κάτω.

-Μ’αυτό το μυξιάρικο τι να κάνω;

-Δεν ξέρω κάνε ότι θες . Μόλις κατεβούμε θα βάλουμε φωτιά στο τρένο για να μην βρουν ίχνη.

Ο άλλος άρπαξε  το μωρό με το καλαθάκι και το άφησε κατεβαίνοντας από το τρένο δίπλα σ’ ένα χωράφι με ελαιόδεντρα και είπε: ‘’Αν είναι να σωθείς θα σωθείς’’. Αφήνοντας το και χωρίς να το καταλάβει του ‘πεσαν από το μπουφάν του ένα μάτσο  χιλιάρικα μες το καλαθάκι. Μόλις κατέβηκαν όλοι από το τρένο , το έβαλαν φωτιά.

     Εκεί κοντά  ήταν ένας αγρότης με το τρακτέρ του και μόλις είδε τη φωτιά έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Πλησίασε  αρκετά και είδε ότι η φωτιά εξαπλωνόταν ,κόντευε να φτάσει στον ελαιώνα του. Τρομοκρατημένος είπε:

- Ω Θεέ μου , θα καεί το χωράφι μου πρέπει να τρέξω να ειδοποιήσω τη πυροσβεστική. 

Έτσι όπως έτρεχε βιαστικά σκόνταψε πάνω στο καλαθάκι με το μωρό. Δεν πίστευε στα μάτια  του "Χριστέ μου πως βρέθηκε αυτό εδώ;" Το άρπαξε  αμέσως κι έφυγε. Παρά τρίχα γλίτωσαν , η φωτιά είχε φτάσει στον ελαιώνα γιατί ο αέρας δυνάμωνε. Έτρεξε γρήγορα με το τρακτέρ, φώναξε την πυροσβεστική  μήπως μπορέσει και σώσει το χωράφι του. Πηγαίνοντας πέρασε από το σπίτι του και άφησε το μωρό λέγοντας:

-Γυναίκα αυτό το βρήκα στο χωράφι μας, δες το μην έπαθε τίποτα,  και έφυγε βιαστικά.

 Η πυροσβεστική ύστερα από αρκετές ώρες κατάφερε να σβήσει τη φωτιά. Ο ελαιώνας κι άλλα χωράφια εκεί τριγύρω είχαν καταστραφεί .Καπνός και καμένα κλαδιά παντού. Ο ιδιοκτήτης του ελαιώνα ο Κώστας , δεν μπορούσε να πιστέψει ότι καταστράφηκε το χωράφι του κι έλεγε συνέχεια:

-Τι θα κάνω τώρα θεέ μου; (Είχε ξεχάσει τελείως το μωρό που είχε βρει πριν λίγο). Προσευχήθηκα για κάτι καλό κι εσύ τι μου έστειλες Θεέ μου; Τι; 

Γύρισε στο σπίτι του αργά τη νύχτα στενοχωρημένος και μαύρος από την κορυφή ως τα νύχια. Μπαίνοντας άκουσε κλάματα μωρού και τότε  θυμήθηκε το μωρό που είχε βρει.

- Ελένη που είσαι;( Άρχισε να φωνάζει τη γυναίκα του) που είσαι;

-Εδώ είμαι Κώστα μου , προσπαθώ να ησυχάσω τη μικρή που έφερες . Μα που τι βρήκες, ποιανού είναι;  είπε η Ελένη.

-Σιγά ρε γυναίκα ένα ένα, καταρχήν είναι κορίτσι;

-Ναι Αγνή το λένε.

-Πως το ξέρεις;

- Είχε ένα φυλακτό πάνω του κι έγραφε ΑΓΝΗ, είχε και κάτι άλλο.

–Τι μήπως είναι άρρωστο;

 –Όχι, όχι ησύχασε κάτι πολύ καλό.

-Τι εννοείς;’’ Τότε έτρεξε η Ελένη και του έφερε μια σακούλα λέγοντας:

- Άνοιξε να δεις.Ο Κώστας μόλις άνοιξε τη σακούλα και είδε τα λεφτά τρόμαξε και του ‘πεσε η σακούλα.          

-Τι είναι αυτά ρε γυναίκα που τα βρήκες;

-Μες το καλαθάκι του μωρού σου λέω. Μα που το βρήκες;     

-Κοντά στο τρένο που κάηκε.

-Πω πω θεέ μου κάηκαν και άνθρωποι; Μήπως οι γονείς του;

-Όχι το τρένο διαπιστώθηκε πως ήταν άδειο.

-Δε μου λες σε είδε κανείς;

-Όχι.

Τότε η Ελένη τον έστειλε να πλυθεί και μετά να κάτσουν να συζητήσουν . Το μωρό είχε ηρεμήσει και κοιμόταν . Ο  Κώστας κι η Ελένη κάθισαν να σκεφτούν και να δουν τι θα κάνουν .Μέτρησαν τα λεφτά και διαπίστωσαν  ότι ήταν πάρα πολλά , ένα ολόκληρο σπίτι  αγόραζες μ ‘ αυτά. Ο Κώστας είπε στην Ελένη ότι το χωράφι τους κάηκε ολοσχερώς. Επί μισή  ώρα κοιτάζονταν χωρίς να μιλούν. Κάποια στιγμή είπε η Ελένη:

-Για το χωράφι , Κώστα είχαμε υποθηκεύσει το σπίτι τι θα γίνει τώρα, θα μας το πάρουν;

-Δυστυχώς .Κάτι πρέπει να κάνουμε . Ίσως αυτό το μωρό να μας το ‘ στειλε ο θεός γυναίκα.

Η Ελένη κι ο Κώστας  ζούσαν σ’ ένα χωριό της Κορίνθου ,ήταν οκτώ χρόνια παντρεμένοι κι είχαν ένα αγοράκι 3 χρονών, το Γιωργάκη. Η Ελένη ήταν ορφανή είχε  χάσει πολύ μικρή τους γονείς της. Οι γονείς του Κώστα , ζούσαν στην Κόρινθο αλλά δεν είχαν καθόλου σχέσεις. Στην ουσία  ένοιωθαν μόνοι τους και ξεκρέμαστοι. Παρόλα αυτά ήταν δουλευταράδες και γενναίοι κι οι δυο. Μετά από μια εβδομάδα άσχημη και γεμάτη σκέψεις πήραν μια απόφαση. Να κρατήσουν τη μικρή και τα λεφτά και να πάνε να βρουν αλλού την τύχη τους. Σ’αυτο  βέβαια βοήθησε κι ο μικρός Γιωργάκης που μόλις είδε την Αγνή έλεγε συνέχεια:"Ο χιστούλης μου ‘ φελε αβελφούλα ζήτω!"

 Η Ελένη κι ο Κώστας δε φανέρωσαν το μωρό σε κανέναν γιατί φοβόταν μη χάσουν τα λεφτά. Το σπίτι και το χωράφι τελικά το χάσανε. Ο Κυρ- Κώστας ,έμαθε τότε για ένα κτήμα με σπίτι που πουλιόταν στη Ζάκυνθο κι αποφάσισαν με τη γυναίκα του να πάνε εκεί και να κάνουν μια νέα αρχή. Έτσι η Αγνή σε ηλικία ενάμιση  χρονών κάνει το δεύτερο ταξίδι της. Αυτή τη φορά με πλοίο.