ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.10

  Η Αγνή γεμάτη απορία:

-Μαμά μου τι έγινε πες μου σε παρακαλώ, έχει κάτι ο Γιώργης μας;

 Η Ελένη άρχισε να της τα διηγείται όλα. Η Αγνή νόμιζε πως ονειρευόταν: «Δε μπορεί να μου λες αλήθεια». 

–Αλήθεια είναι κόρη μου. 

–Φτάνει μη λες κόρη μου. 

Βγήκε από το δωμάτιο σαστισμένη. Περιπλανιόταν σαν τρελή στους δρόμους. Ύστερα από ώρα τη βρήκε ο Μανώλης σε άθλια κατάσταση.  Του ζήτησε να μείνει στο αποθηκάκι τους το βράδυ. Τη ρώτησε τι έγινε κι εκείνη του είπε: «Σε παρακαλώ μη ρωτάς». Ο Μανώλης την άφησε στο αποθηκάκι και πήγε να ενημερώσει τους δικούς της. Το πρωί πήγε να τη βρει αλλά η Αγνή δεν ήταν εκεί, παρά μόνο ένα σημείωμα που έλεγε: «Συγνώμη Μανώλη μου, δανείστηκα κάτι χρήματα που είχες στο συρτάρι του γραφείου. Κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω.  Αγνή». Ο Μανώλης δε καταλάβαινε τίποτα.  Η Αγνή πήρε το λεωφορείο και πήγε στο Γιώργο στην Αθήνα, εκείνος μόλις την είδε κατάλαβε.

-Ούτε εγώ ήξερα Αγνή, χθες τά’μαθα.

 Έπεσε στην αγκαλιά του κι έβαλε τα κλάματα.

-Γιατί Γιώργο γιατί , πρέπει να μάθω για τους πραγματικούς μου γονείς το’χω ανάγκη.

-Σε καταλαβαίνω, Αγνή μου.

 Πέρασαν δυο βδομάδες χωρίς να το καταλάβει. Ένοιωθε ακόμη προδομένη.

Μέσα σε όλα τα στενάχωρα συνέβη και κάτι καλό. Η Αγνή πέρασε στη Γεωπονική Θεσσαλονίκης. Η ίδια δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί. Έμεινε στο Γιώργο ένα μήνα.  Ο Μανώλης την έπαιρνε τηλέφωνο συνέχεια αλλά η Αγνή δεν ήταν ακόμη έτοιμη να του μιλήσει.. Στα μέσα του Σεπτέμβρη πήγαν μαζί με το Γιώργο και ένα φίλο του στη Θεσσαλονίκη για να γραφτεί στη σχολή.  Αυτός ο φίλος του Γιώργου ήταν από τη  Θεσσαλονίκη και σπούδαζε στην Αθήνα στην ίδια σχολή με το Γιώργο, είχε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη και το νοίκιασε στην Αγνή.

Η Ελένη κι ο Κώστας γύρισαν στη Ζάκυνθο. Όλοι τους έδωσαν συγχαρητήρια για την Αγνή  και απόρησαν που δεν έκαναν κάτι να το γιορτάσουν.  Είχαν κλειστεί κι οι δυο στον εαυτό τους. Η Ελένη ήλπιζε ότι κάποια  στιγμή θα γυρνούσε η κόρη της. Ο Κώστας από την άλλη ήταν συνεχώς άρρωστος.

Ο Γιώργος  και η Αγνή αφού τα ταχτοποίησαν όλα στη Θεσσαλονίκη, γύρισαν στην Αθήνα γιατί ο Γιώργος είχε εξετάσεις.

Ένα πρωί που ο Γιώργος  ήταν στο πανεπιστήμιο, χτύπησε το κουδούνι, η Αγνή άνοιξε και είδε μπροστά της την Ανέτα.

-Να περάσω; Πρέπει να μιλήσουμε.

–Πέρνα.

 Η Ανέτα κάθισε και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να της διηγείται τα γεγονότα κι από τη δική της πλευρά: «Ήσουν ένα ξεχωριστό μωρό σ’αγαπούσε όλο το χωριό. Ήσουν το αγγελούδι του Μανώλη και της Αγνής που τόσο άδικα και γρήγορα έφυγαν από τη ζωή»..

-Αλήθεια λες, τον πατέρα μου τον έλεγαν Μανώλη;

-Ναι.

 Η Ανέτα συνέχισε: «Τον πρώτο χρόνο σε μεγάλωσαν ο πρόεδρος του χωριού και η παραδουλεύτρα του, με τη βοήθεια όλου του χωριού». Ύστερα έβγαλε ένα φάκελο από τη τσάντα της και της το έδωσε.

-Εδώ είναι όλα τα στοιχεία σου παιδί μου και τα περιουσιακά και τα πιστοποιητικά γεννήσεως καθώς κι η πράξη υιοθεσίας και δυο φωτογραφίες των γονιών σου.

 Η Αγνή τ’άρπαξε από τα χέρια της με λαχτάρα να δει τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των γονιών της.

-Μάλλον μοιάζω στη μητέρα μου.

-Ναι, παιδί μου κι εκείνη ήταν κοκκινομάλλα και πρασινομάτα, γι’αυτό σου έδωσαν και το όνομα της.

Η Ανέτα μιλώντας στην Αγνή ηρέμησε η ψυχή της. Μετά από όλα αυτά η Αγνή ήθελε πολύ  να πάει να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε. Ο Γιώργος  της ζήτησε να περιμένει να πάνε μαζί αλλά η Αγνή δε κρατιόταν, σε δυο μέρες  βρισκόταν στο χωριό της , μπροστά στον πρόεδρο, έναν πολύ γερασμένο άνθρωπο.

-Ορίστε , θέλετε κάτι δεσποινίς;

-Ναι γεια σας , είστε ο πρόεδρος του χωριού;

-Ναι, εδώ και 25 χρόνια φέτος βγαίνω στη σύνταξη, μα για μισό λεπτό κάτι μου θυμίζετε.

-Ναι , ξέρετε εγώ είμαι η κόρη του Μανώλη και της Αγνής  που σκοτώθηκαν στο εργοστάσιο.

-Ω θεέ μου είσαι ίδια η μάνα σου.

Ο πρόεδρος  της μίλησε για τους γονείς της την πήγε στους τάφους τους και στο πατρικό της. Η Αγνή ήταν πολύ συγκινημένη και όσο για το πατρικό της το λάτρεψε, ήταν σε μοναδικό σημείο, πίσω έβλεπες το βουνό και από μπροστά τη θάλασσα. Κάθισε μερικές μέρες, έδωσε οδηγίες  να φτιάξουν το σπίτι με τα χρήματα που είχε στην περιουσία της και δεν ήταν λίγα, γιατί εκτός από αυτά των γονιών της, είχαν καταθέσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και η Ανέτα με τον άντρα της όταν έγινε η υιοθεσία.. Μετά από το χωριό πήγε στο σπίτι που νοίκιασε  στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε τη σχολή.

Ένα βράδυ έξω από το σπίτι της  την περίμενε ο Μανώλης. Η Αγνή μόλις τον είδε τον αγκάλιασε και τον φίλησε, της είχε λείψει πολύ. Του ζήτησε συγνώμη και του τα εξήγησε όλα. Ο Μανώλης έμεινε άναυδος.

-Δηλαδή τη μάνα σου την έλεγαν Αγνή και τον πατέρα σου Μανώλη;

-Ναι τι σε λέω τώρα.

-Ωχ Αγνή άρχισες να μιλάς Θεσσαλονικιώτικα.. Έβαλαν κι οι δυο τα γέλια.

Η Αγνή με τον καιρό , συγχώρεσε τους θετούς της γονείς, γιατί τους αγαπούσε πολύ. Όταν τελείωσε τη σχολή παντρεύτηκε το Μανώλη και πήγαν να μείνουν στο πατρικό της. Η Αγνή δούλευε τα περιβόλια της μητέρας της κι ο Μανώλης είχε ανοίξει δικό του συνεργείο αυτοκινήτων στην Κατερίνη. Η Αγνή ήταν υπεύθυνη και για τα κτήματα στην Κόρινθο γιατί ο Κώστας τα είχε γράψει όλα στο όνομα της Ο Γιώργος πάλι βρισκόταν στο εξωτερικό και ήταν υπεύθυνος σε έρευνες της ΝΑΣΑ, μεγάλος επιστήμονας. Η Ελένη κι ο Κώστας ήταν ευτυχισμένοι, είχαν αποκτήσει και δυο εγγονάκια από την Αγνή η οποία στο πρώτο χρόνο κιόλας γέννησε δίδυμα αγοράκια, ίδια μεν, αλλά το ένα κοκκινομάλλικο και το άλλο ξανθό, ο Κωστής και ο Φώτης.

Η Αγνή κάθε χρόνο έκανε το ίδιο ταξίδι; «ΚΑΤΕΡΙΝΗ- ΚΟΡΙΝΘΟ- ΖΑΚΥΝΘΟ».

Η ζωή της ένα ταξίδι.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΑΚΙΡΗ

ΤΕΛΟΣ