ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ & ΚΕΦ.1

     Εισαγωγή

         Πυκνή  συννεφιά ,βροχή και λάσπη παντού στο χωριό που ζούσε η Αγνή  με τον άντρα της. Είχαν μια μονοκατοικία στους πρόποδες του Όλυμπου.H Αγνή είχε φτιάξει έναν όμορφο κήπο με πανέμορφα λουλούδια και πολλά λαχανικά,κάθε μέρα τα φρόντιζε σα να’τανε παιδιά της.O άντρας της  ο Μανώλης δούλευε εκεί κοντά  σένα εργοστάσιο, έφευγε από τις έξι το πρωί και γυρνούσε στις έξι το απόγευμα. Ήταν πέντε χρόνια παντρεμένοι και αγαπημένοι. Φέτος όμως ήταν πολύ χαρούμενοι γιατί η Αγνή είχε μείνει επιτέλους έγκυος. Ευτυχώς είχε εύκολη εγκυμοσύνη, είχαν περάσει οι οκτώ μήνες και μόλις είχε μπει στο μήνα της. 

  Το προηγούμενο βράδυ ήταν πολύ ανήσυχη, δεν μπόρεσε να κοιμηθεί και για μισή ώρα που είχε κλείσει τα ματιά της είδε ένα πολύ άσχημο όνειρο. Ξύπνησε ιδρωμένη και με δάκρυα στα μάτια .Κοίταξε δίπλα της αλλά ο Μανώλης είχε φύγει για τη δουλειά. Τότε σηκώθηκε γρήγορα κι άρχισε να ντύνεται για να πάει να βρει τον Μανώλη αψηφώντας τελείως τη δυνατή βροχή που έριχνε έξω. Περπατούσε αρκετή ώρα στη βροχή και τη λάσπη και ξαφνικά την έπιασε ένας δυνατός πόνος και γονάτισε. Ταυτόχρονα ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος από το εργοστάσιο που δούλευε ο Μανώλης. Είχε γίνει έκρηξη και το εργοστάσιο τυλίχτηκε στις φλόγες. Η Αγνή που είχε πλησιάσει πολύ κοντά στο εργοστάσιο βλέποντας τις φλόγες λιποθύμησε. Στο εργοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά , ανά μισή ώρα γίνονταν  εκρήξεις γιατί υπήρχαν εύφλεκτα υλικά , ακουγόταν τσιρίδες και ουρλιαχτά παντού . Η πυροσβεστική άργησε να φτάσει λόγο καιρού. Οι περισσότεροι που δούλευαν εκεί ήταν νεκροί μόνο τέσσερα άτομα σωθήκαν κι εκείνα με πολύ σοβαρά εγκαύματα . Ο Μανώλης ήταν ανάμεσα στους νεκρούς κι η Αγνή που βρέθηκε μετά από αρκετή ώρα από τους πυροσβέστες, οδηγήθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, εκεί η ίδια δεν άντεξε αλλά μπόρεσαν να πάρουν το παιδί με καισαρική.

  Γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι με κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια, ίδιο η μάνα του.  Το μωρό το ανέλαβε όλο το χωριό και συγκεκριμένα ο πρόεδρος του χωριού, ένας πολύ καλός άνθρωπος που ζούσε μόνος του μαζί με μια γυναίκα που τον φρόντιζε. Το βάφτισαν όλοι μαζί μόλις έγινε 1 χρονών. Το ονόμασαν Αγνή όπως τη μητέρα του και του κρέμασαν και την αλυσίδα που φόραγε  εκείνη στο λαιμό της με τ’ όνομα της.. Η Αγνή έζησε στο χωριό μόνο για ένα χρόνο, γιατί εφόσον δεν υπήρχαν συγγενείς έπρεπε να δοθεί για υιοθεσία. Το είχε αναλάβει η πρόνοια και βρήκε μια οικογένεια από την Αθήνα για να υιοθετήσει την Αγνή. Έτσι η Αγνή έκανε το πρώτο της ταξίδι σε ηλικία 1 έτους. 

                                                                                                                                  ΑΘΗΝΑ

   Το τρένο σφύριξε ακριβώς  στις  11 το βράδυ, είχε φτάσει στην Αθήνα και μαζί του κι η οικογένεια Κωστουλη κρατώντας  στα χέρια της τη μικρή Αγνή. Τότε όμως συνέβη κάτι το αναπάντεχο . Έκλεισαν αυτόματα οι πόρτες του τρένου και πετάχτηκαν από παντού άντρες με όπλα και καλυμμένα πρόσωπα. Επικράτησε ένας πανικός .Άνοιγαν όλα τα βαγόνια και μάζευαν τον κόσμο στους διαδρόμους.

 Η οικογένεια Κωστούλη τα ‘χασε δεν ήξερε τι να κάνει. Η Ανέτα Κωστούλη από το φόβο της πήρε το μωρό με το καλαθάκι του και το έκρυψε πάνω πίσω από τις αποσκευές . Εκείνο δεν κατάλαβε τίποτα , κοιμόταν. Η κυρία Ανέτα φοβήθηκε ότι θα τους πυροβολήσουν γι ‘αυτό έκρυψε τη μικρή για να τη σώσει. Το τρένο συνέχιζε την πορεία χωρίς σταματημό .Κάποια στιγμή , μετά από αρκετή ώρα σταμάτησε απότομα. Οι κουκουλοφόροι έσπρωχναν τον κόσμο από τις πόρτες και τους υποχρέωναν να κατέβουν σε κάτι απόκρημνα χωράφια . Παντού φωνές και κλάματα. Αφού τους κατέβασαν όλους το τρένο συνέχισε την πορεία του. 

Η μικρή Αγνή είχε μείνει μέσα στο τρένο μαζί με τους κουκουλοφόρους. Έτσι το θελε η μοίρα. Οι άντρες με τα όπλα  άρχισαν να ψάχνουν τις αποσκευές του κόσμου για χρήματα. Κάποια στιγμή έφτασαν και στο βαγόνι που ήταν κρυμμένη η Αγνή. Το μωρό είχε ξυπνήσει και έπαιζε με τα χεράκια του. Μπήκαν δυο μέσα , ο ένας πήρε τις βαλίτσες τις πέταξε κάτω και άρχισε να τις ψάχνει. Ο άλλος τότε είδε την Αγνή τρόμαξε και είπε με την αγριοφωνάρα του

- Τι είναι τούτο; Ει εδώ άφησε κάποιος ένα κοκκινομάλλικο μυξιάρικο. 

–Μα τι λες ; είπε ο άλλος.

- Δεν ακούς ; έχει ένα μωρό εδώ. Εκείνη τη στιγμή μόλις τον είδε η Αγνή άρχισε να κλαίει γιατί φοβήθηκε που τον είδε με την κουκούλα.

 – Σκάσε μυξιάρικο , είπε εκείνος απότομα. 

Ακούστηκε φασαρία , βγήκε ο ένας στο διάδρομο να μάθει τι γινόταν.

- Γρήγορα σε λίγο θα σταματήσουμε το τρένο για να κατεβούμε γιατί μας έχουν  στήσει μπλόκο πιο κάτω.(Είπε κάποιος)

-Μ’αυτό το μυξιάρικο τι να κάνω;

-Δεν ξέρω κάνε ότι θες . Μόλις κατεβούμε θα βάλουμε φωτιά στο τρένο για να μην βρουν ίχνη.

 Ο άλλος άρπαξε  το μωρό με το καλαθάκι και το άφησε κατεβαίνοντας από το τρένο δίπλα σ’ ένα χωράφι με ελαιόδεντρα και είπε:‘’Αν είναι να σωθείς θα σωθείς’’. Αφήνοντας το και χωρίς να το καταλάβει του ‘πεσαν από το μπουφάν του ένα μάτσο  χιλιάρικα μες το καλαθάκι. Μόλις κατέβηκαν όλοι από το τρένο , το έβαλαν φωτιά. 

  Εκεί κοντά  ήταν ένας αγρότης με το τρακτέρ του και μόλις είδε τη φωτιά έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Πλησίασε  αρκετά και είδε ότι η φωτιά εξαπλωνόταν ,κόντευε να φτάσει στον ελαιώνα του. Τρομοκρατημένος είπε: ‘’Ω θεέ μου , θα καεί το χωράφι μου πρέπει να τρέξω να ειδοποιήσω τη πυροσβεστική’’. Έτσι όπως έτρεχε βιαστικά σκόνταψε πάνω στο καλαθάκι με το μωρό. Δεν πίστευε στα μάτια  του.

-Χριστέ μου πως βρέθηκε αυτό εδώ; 

Το άρπαξε  αμέσως κι έφυγε. Παρά τρίχα γλίτωσαν , η φωτιά είχε φτάσει στον ελαιώνα γιατί ο αέρας δυνάμωνε. Έτρεξε γρήγορα με το τρακτέρ, φώναξε την πυροσβεστική  μήπως μπορέσει και σώσει το χωράφι του. Πηγαίνοντας πέρασε από το σπίτι του και άφησε το μωρό λέγοντας: 

-Γυναίκα αυτό το βρήκα στο χωράφι μας, δες το μην έπαθε τίποτα.Και έφυγε βιαστικά.