ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.2

    Η πυροσβεστική ύστερα από αρκετές ώρες κατάφερε να σβήσει τη φωτιά. Ο ελαιώνας κι άλλα χωράφια εκεί τριγύρω είχαν καταστραφεί .Καπνός και καμένα κλαδιά παντού. Ο ιδιοκτήτης του ελαιώνα ο Κώστας , δεν μπορούσε να πιστέψει ότι καταστράφηκε το χωράφι του κι έλεγε συνέχεια:

-Τι θα κάνω τώρα θεέ μου; Είχε ξεχάσει τελείως το μωρό που είχε βρει πριν λίγο.Προσευχήθηκα για κάτι καλό κι εσύ τι μου έστειλες θεέ μου; Τι; 

Γύρισε στο σπίτι του αργά τη νύχτα στενοχωρημένος και μαύρος από την κορυφή ως τα νύχια. Μπαίνοντας άκουσε κλάματα μωρού και τότε  θυμήθηκε το μωρό που είχε βρει.

-Ελένη που είσαι; Άρχισε να φωνάζει τη γυναίκα του.Που είσαι;

-Εδώ είμαι Κώστα μου , προσπαθώ να ησυχάσω τη μικρή που έφερες . Μα που τι βρήκες, ποιανού είναι;  

-Σιγά ρε γυναίκα ένα ένα, καταρχήν είναι κορίτσι;

-Ναι Αγνή το λένε.

-Πως το ξέρεις;

-Είχε ένα φυλακτό πάνω του κι έγραφε ΑΓΝΗ είχε και κάτι άλλο.

–Τι μήπως είναι άρρωστο;

–Όχι όχι ησύχασε κάτι πολύ καλό.

-Τι εννοείς;

 Τότε έτρεξε η Ελένη και του έφερε μια σακούλα λέγοντας:

-Άνοιξε να δεις.

Ο Κώστας μόλις άνοιξε τη σακούλα και είδε τα λεφτά τρόμαξε και του ‘πεσε η σακούλα.           

-Τι είναι αυτά ρε γυναίκα που τα βρήκες;                                                                  

-Μες το καλαθάκι του μωρού σου λέω.Μα που το βρήκες;     

  -Κοντά στο τρένο που κάηκε.

-Πω πω θεέ μου κάηκαν και άνθρωποι; Μήπως οι γονείς του;

-Όχι το τρένο διαπιστώθηκε πως ήταν άδειο.

-Δε μου λες σε είδε κανείς;

-Όχι.

Τότε η Ελένη τον έστειλε να πλυθεί και μετά να κάτσουν να συζητήσουν . Το μωρό είχε ηρεμήσει και κοιμόταν . Ο  Κώστας κι η Ελένη κάθισαν να σκεφτούν και να δουν τι θα κάνουν .Μέτρησαν τα λεφτά και διαπίστωσαν  ότι ήταν πάρα πολλά , ένα ολόκληρο σπίτι  αγόραζες μ ‘ αυτά. Ο Κώστας είπε στην Ελένη ότι το χωράφι τους κάηκε ολοσχερώς. Επί μισή  ώρα κοιτάζονταν χωρίς να μιλούν. Κάποια στιγμή είπε η Ελένη

-Για το χωράφι , Κώστα είχαμε υποθηκεύσει το σπίτι τι θα γίνει τώρα, θα μας το πάρουν;

-Δυστυχώς .Κάτι πρέπει να κάνουμε . Ίσως αυτό το μωρό να μας το ‘ στειλε ο θεός γυναίκα.

   Η Ελένη κι ο Κώστας  ζούσαν σ’ ένα χωριό της Κορίνθου ,ήταν οκτώ χρόνια παντρεμένοι κι είχαν ένα αγοράκι 3 χρονών, το Γιωργάκη. Η Ελένη ήταν ορφανή είχε  χάσει πολύ μικρή τους γονείς της. Οι γονείς του Κώστα , ζούσαν στην Κόρινθο αλλά δεν είχαν καθόλου σχέσεις. Στην ουσία  ένοιωθαν μόνοι τους και ξεκρέμαστοι, παρόλα αυτά ήταν δουλευταράδες και γενναίοι κι οι δυο. 

Μετά από μια εβδομάδα άσχημη και γεμάτη σκέψεις πήραν μια απόφαση. Να κρατήσουν τη μικρή και τα λεφτά και να πάνε να βρουν αλλού την τύχη τους. Σ’αυτο  βέβαια βοήθησε κι ο μικρός Γιωργάκης που μόλις είδε την Αγνή έλεγε συνέχεια:

–Ο χιστούλης μου ‘ φελε αβελφούλα ζήτω!

 Η Ελένη κι ο Κώστας δε φανέρωσαν το μωρό σε κανέναν γιατί φοβόταν μη χάσουν τα λεφτά. Το σπίτι και το χωράφι τελικά το χασανε. Ο Κυρ- Κώστας ,έμαθε τότε για ένα κτήμα με σπίτι που πουλιόταν στη Ζάκυνθο κι αποφάσισαν με τη γυναίκα του να πάνε εκεί και να κάνουν μια νέα αρχή. Έτσι η Αγνή σε ηλικία ενάμιση  χρονών κάνει το δεύτερο ταξίδι της. Αυτή τη φορά με πλοίο.