ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ. 4

ΚΟΡΙΝΘΟΣ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΜΠΕΡΙΔΗ

      Ο κτηματίας Γιώργος  Λυμπερίδης ήταν ξακουστό όνομα στην Κόρινθο,ήταν παντρεμένος με τη Μαρία και είχαν έναν γιο τον Κώστα. Ο Γιώργος  Λυμπερίδης ήταν ένας πολύ αυταρχικός και πεισματάρης άνθρωπος. Είχε πολλά κτήματα και έβγαζε αρκετά χρήματα .Είχαν ένα από τα καλύτερα σπίτια στην Κόρινθο. 

   Η Μαρία η γυναίκα του, αρχοντογυναίκα κι αυτή ,ήταν το στήριγμα του, το δεξί του χέρι. Η Μαρία τον αγαπούσε πολύ και δεν του χάλαγε ποτέ χατίρι. Μόλις γέννησε τον  Κώστα δεν έκανε άλλα παιδιά όχι γιατί δε μπορούσε αλλά γιατί δεν ήθελε. Πάνω απ’ όλα ήταν ο άντρας της και μετά το παιδί της. 

  Ο Κώστας μεγάλωσε « με του πουλιού το γάλα» .Στα μαθήματα δεν ήταν καλός  γι’ αυτό και ασχολήθηκε από μικρός με τα κτήματα του πατέρα του. Ο πατέρας του από την άλλη συνέχεια τον μάλωνε και τον υποτιμούσε. Ο Κώστας τον έβλεπε και «κατουριόταν πάνω του» έτρεμε απ’το φόβο του δηλαδή .Δεν είχε άδικο βέβαια , γιατί τις περισσότερες φορές, έτρωγε ξύλο όχι αστεία .Μια καλή κουβέντα δεν έβγαινε από το στόμα του πατέρα του όχι μόνο προς τον Κώστα αλλά και προς τη γυναίκα του. Εκείνη παρόλ’ αυτά στεκόταν προσοχή στον άντρα της και πολλές φορές για να το πετύχει ξεσπούσε στο ίδιο της το παιδί. Ο Κώστας όμως είχε γίνει εργατικός και υπάκουος. Ήταν όχι μόνο ένας περιζήτητος γαμπρός  της Κορίνθου , αλλά και ένα ωραίο ,ψηλό παλληκάρι .Όλα τα   κορίτσια  ήταν ξετρελαμένα μαζί του. Εκείνος δεν έδινε και πολύ σημασία σ’αυτά. Είχε συνέχεια στο μυαλό του τα λόγια του πατέρα του: «Κωστή μην παίρνουν  τα μυαλά σου αέρα, προσγειώσου». Ήταν κάτι σαν εφιάλτης στα όνειρα του, ώσπου μια μέρα γνώρισε την Ελένη. 

  Η Ελένη δούλευε στα κτήματα του πατέρα του από πολύ μικρή. Ορφάνεψε μικρή κι από τους δυο γονείς κι έτσι αναγκάστηκε να δουλέψει για να ζήσει και παράτησε το σχολείο. Ήταν ψιλόλιγνη κοπέλα με μακριές μαύρες κοτσίδες. Ντύνονταν με φαρδιά παντελόνια κι έκρυβε τις κοτσίδες τις σ’ένα καπέλο, όλοι την περνούσαν για αγόρι. Η αλήθεια ήταν πως δούλευε και σαν αγόρι, δεν καταλάβαινε από κούραση. Σε ένα από τα κτήματα που δούλευε , επειδή εκείνη έκανε κουμάντο όλοι οι εργάτες τη φώναζαν «αφεντικό». Έτσι τη γνώρισε κι ο Κώστας σαν αφεντικό στα δικά του κτήματα. Πήγε από κει ένα πρωί να ελέγξει τη σοδειά γιατί ο πατέρας του δεν μπορούσε (πήγαινε εκείνος συνήθως). Φτάνοντας ρώτησε τους εργάτες: 

-Τι γίνεται παιδιά όλα καλά; Μαζέψατε κιόλας ,νωρίς δεν είναι; (Δεν πήρε απάντηση από κανέναν, δεν γνώριζαν ότι ήταν ο γιός του κτηματία και δεν έδωσαν σημασία).Έει δεν ακούτε εσάς ρωτάω;

 Τότε ένας φιλοτιμήθηκε ν’απαντήσει:

 -Τι θες ρε παλληκάρι; Πάνε ρώτα το αφεντικό.

- Και που είναι το αφεντικό ; ρώτησε ο Κώστας ειρωνικά. 

-Πέρα στη βρύση.

Ο Κώστας πήγε στη βρύση κι εκεί είδε έναν ψιλόλιγνο άντρα που παιδευόταν να βιδώσει το σωλήνα στη βάνα. Του φώναξε:

-Εσύ είσαι το αφεντικό;

-Ναι λέγε τι θες ; (του είπε η Ελένη δυνατά χωρίς να γυρίσει). 

-Γιατί  μάζεψες τη σοδειά από τώρα ;

- Γιατί αύριο θα έρθει καταιγίδα και θα την καταστρέψει ,εσένα τι σε νοιάζει ρε φίλε λογαριασμό θα σου δώσω; 

 Πολύ λεπτή φωνή έχει για άντρας σκέφτηκε ο Κώστας και ρώτησε:

-Ποιος σ’ έβαλε εδώ αφεντικό; 

Η Ελένη σηκώθηκε απότομα τον κοίταξε και είπε:

-Εμένα δε με βάζει κανείς πουθενά, τη δουλειά που θέλω να κάνω την κάνω μόνη μου και τώρα , φύγε θα ποτίσω να μη σε βρέξω.

 Ο Κώστας δεν πίστευε στα μάτια του, κατάλαβε ότι τόση ώρα συνομιλούσε με μια γυναίκα. Έφυγε χωρίς να πει τίποτα .Αλλά από κείνη τη μέρα την έβλεπε  συνέχεια στον ύπνο του και κάθε φορά πήγαινε  εκείνος στο κτήμα να βλέπει τι γίνεται για να βλέπει και την Ελένη. Μια μέρα όμως δεν τη βρήκε εκεί και ανησύχησε. Η Ελένη έμαθε ότι ο Κώστας , ήταν ο γιος του Λυμπερίδη και ήθελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί.. Αρρώστησε από τη στεναχώρια της και πήρε λίγες μέρες άδεια να ξεκουραστεί. Ο Κώστας όμως έψαξε , βρήκε  το σπίτι της και πήγε να την επισκεφτεί. Ο καημένος την είχε ερωτευτεί. Το ίδιο όμως συνέβαινε και με την Ελένη, αν δεν τον έβλεπε μια μέρα ήταν όλο νεύρα. Έτσι γεννήθηκε μια δυνατή αγάπη μεταξύ τους. Κάθε βράδυ αντάμωναν στο μικρό σπιτάκι της Ελένης. Όλα ήταν ωραία μέχρι που ο Γιώργος Λυμπερίδης έμαθε τα νέα. Έγινε εξωφρενών, απέλυσε αμέσως την Ελένη και απαγόρευσε στο γιο του να την ξανασυναντήσει. Δεν το χωρούσε το μυαλό του ότι ο γιος του έβγαινε με μια ορφανή εργάτρια .Ήταν η πρώτη φορά που ο Κώστας αντιμίλησε στον πατέρα του και μάλιστα ένοιωσε να του φεύγει ένα βάρος  από πάνω του. Το χειρότερο απ’ όλα όμως έγινε όταν του ανακοίνωσε ότι θα παντρευτεί την Ελένη. Ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι αποκληρώνοντας τον . Η μητέρα του δεν τον υποστήριξε  καθόλου και αυτή η συμπεριφορά της τον πλήγωσε πολύ. Έμειναν για λίγο καιρό στο σπιτάκι της Ελένης και μόλις παντρεύτηκαν έφυγαν. 

Εκεί κοντά σ’ ένα χωριό της Κορίνθου ήταν το πατρικό  της Ελένης , ερείπιο βέβαια αλλά αυτό δεν τους ένοιαζε , γιατί είχαν πολύ όρεξη για δουλειά, θα δούλευαν και θα το έφτιαχναν σιγά –σιγά. Δούλεψαν σκληρά τρία χρόνια και έφτιαξαν ένα αξιοπρεπές σπιτικό με πολύ αγάπη. Την επόμενη χρονιά η Ελένη γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι. Πολλές φορές η Ελένη προσπάθησε να μιλήσει στον Κώστα για τους γονείς του αλλά εκείνος  της έλεγε:

-Μη μου ξαναπείς γι’ αυτούς ,εγώ δεν έχω γονείς, είμαι ορφανός  σα και σένα. Είχε πολύ πόνο μέσα του. Τ ο μόνο που κατάφερε ήταν να  βαφτίσουν το μωρό Γιωργάκη.