ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.6

ΖΑΚΥΝΘΟΣ

     Ο Κώστας κι ο Γιώργος έφτασαν την άλλη μέρα το πρωί. Η Ελένη τους περίμενε ανήσυχη στην πόρτα: 

-Τι έγινε Κώστα μου η μάνα σου; Λέγε.

.-Σιγά βρε  γυναίκα ,να μπούμε πρώτα σπίτι. 

  Ο Γιώργος ρώτησε τη μητέρα του για την Αγνή αλλά πριν εκείνη ολοκληρώσει ,η Αγνή κατέβαινε τη σκάλα τρέχοντας κι αμέσως ρώτησε:

-Πως ήταν η γιαγιά, ο παππούς ο πεθαμένος; Εκεί τη σταμάτησε η Ελένη

-Αγνή σε παρακαλώ , πρόσεχε πως μιλάς.

-Καλά-καλά(είπε κι άρπαξε το Γιώργο από το χέρι και βγήκαν έξω στην αυλή να τα πουν με την ησυχία τους). Ο Γιώργος της τα διηγήθηκε όλα . Της είπε για τ’αρχοντικό , για τη γιαγιά , την Ανέτα και για τον παππού που τον έμοιαζε πολύ.  Η Αγνή πιο πολύ ενθουσιάστηκε για τα πολλά κτήματα που είχε ο παππούς της. Το πρωί η Αγνή ζήτησε απ’το πατέρα της να πάνε και μαζί στην Κόρινθο για να δει και κείνη το αρχοντικό ,τα κτήματα και να γνωρίσει τη γιαγιά και την Ανέτα.

-Θα γίνει κι αυτό παιδί μου μη βιάζεσαι, τώρα έχουν σειρά οι σπουδές του Γιώργου.

  Έπρεπε να πάνε στην Αθήνα να του βρουν ένα σπίτι κοντά στο πανεπιστήμιο, Έτσι κι έγινε. Σ’ένα μήνα είχαν βρει σπίτι και έκαναν τη μετακόμιση. Πήγαν όλοι μαζί στην Αθήνα να ταχτοποιήσουν τα πράγματα και να καθαρίσουν. Η Αγνή όταν γνώρισε την Αθήνα , την έπιασε πανικός. Πρώτη φορά είδε τόσο μεγάλη πόλη , με τόσα μαγαζιά και τόσα πολλά αυτοκίνητα. Συνέχεια έλεγε στον αδερφό της : 

-Πρόσεχε Γιώργη εδώ δεν είναι Ζάκυνθος, τα μάτια σου δεκατέσσερα. Δε θέλω να σε χάσω.

 Αφού τον τακτοποίησαν , τον χαιρέτησαν και έφυγαν. Στο δρόμο της επιστροφής , μόλις πέρασαν τον ισθμό της Κορίνθου λίγο πιο κάτω, κάτι έπαθε τ’αυτοκίνητο και αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Ανήσυχοι όλοι προσπάθησαν να βρουν τι έχει, αλλά δεν τα κατάφεραν. Εκείνη την ώρα περνούσε ένα φορτηγό και μόλις τους είδε σταμάτησε και  κατέβηκε ένας νεαρός και τους ρώτησε:

-Γεια σας ,τι πάθατε;

–Δε ξέρω παλληκάρι μου , κάτι έπαθε αυτό το ρημάδι και ξαφνικά σταμάτησε.

 Το παλληκάρι δεν έπαιρνε τα μάτια του από την Αγνή. Εκείνη το κατάλαβε κι άρχισε να χαμογελά,όλοι το πρόσεξαν. Το παλληκάρι αμήχανο είπε:

-Να κοιτάξω λίγο ξέρω από αυτά είμαι μηχανικός.

-Ναι βέβαια (είπε ο Κώστας). 

 Το είδε και τους είπε  ότι το πρόβλημα του δε διορθωνόταν εκεί ,έπρεπε να το πάει στο συνεργείο του στην Κόρινθο.

-Αν θέλετε,μπορώ να σας πάρω εγώ μέχρι την Κόρινθο, να μείνετε εκεί για σήμερα και θα στείλω κάποιον από το συνεργείο να το πάρει για να το φτιάξουμε. Δε βρίσκω άλλη λύση.

 Ο Κώστας αφού το σκέφτηκε  λίγο συμφώνησε. Πήραν τα πράγματα τους και πήγαν με το μηχανικό στην Κόρινθο. Όταν έφτασαν η Αγνή ζήτησε από το μπαμπά της να πάνε να μείνουν στο πατρικό του  για να γνωρίσει και τη γιαγιά της. Εκείνος στην αρχή δίστασε, κοίταξε τη γυναίκα του και μόλις εκείνη του είπε: «Ε πάμε άμα θέλεις» το αποφάσισε. Έξω από το αρχοντικό η Αγνή έμεινε άγαλμα.

-Καλέ μπαμπά αυτό δεν είναι σπίτι είναι ανάκτορο.

 Χτύπησαν το κουδούνι και τους άνοιξε η Ανέτα.

-Κύριε Κώστα εσείς;

-Γεια σας , είναι μέσα η μητέρα μου;

-Ναι βέβαια περάστε. Η οικογένεια;

 Ο Κώστας έκανε τις συστάσεις. Η Ανέτα έκανε χειραψία με την Ελένη και όταν είδε την Αγνή χλόμιασε και με τρεμάμενη φωνή ρώτησε:

-Αγνή σε λένε ;Πόσο χρονών είσαι;

.-Ναι. Δεκάξι. 

Ο Κώστας την είδε που χλόμιασε και τη ρώτησε τι έπαθε. Εκείνη είπε βιαστικά: «Τίποτα, τίποτα περάστε συγνώμη».

 Η Μαρία αντικρίζοντας τους  δάκρυσε. Αγκάλιασε το γιο της και τη νύφη της και μόλις είδε την Αγνή είπε: «Αυτή είναι η εγγόνα μου;». Την αγκάλιασε σφιχτά. Κάθισαν όλοι μαζί φάγανε  και μιλήσανε με τις ώρες. Η Μαρία που συνήθως κοιμόταν νωρίς, γύρω στις  εννέα, είχε πάει έντεκα κι εκείνη δε νύσταζε καθόλου. Η Ανέτα πάλι δεν έλεγε να πάρει τα μάτια της από την Αγνή. Συλλογιζόταν από μέσα της; «Χριστέ μου και κοκκινομάλλα και πράσινα μάτια και Αγνή, δε μπορεί δεν είναι δυνατόν». Το συλλογισμό διέκοψε η ερώτηση της Μαρίας στο γιο της:

-Γιε μου αυτό το κορίτσι  σε ποιον έμοιασε;

 Η Ελένη πήρε την πρωτοβουλία και απάντησε:

-Τη μητέρα μου είναι ίδια. Δεν πάμε τώρα για ύπνο πέρασε η ώρα.

 Η κουβέντα σταμάτησε εκεί και πήγαν όλοι για ύπνο. Το πρωί ξύπνησαν κι ο Κώστας πήγε στο μηχανικό να πάρει το αυτοκίνητο. Όταν έφτασε στο συνεργείο, ήταν ένας κύριος που κάτι του θύμιζε. Αφού τον καλημέρισε, εκείνος κοιτάζοντας τον καλά του είπε:

-Κώστα εσύ είσαι ; Ο Λυμπερίδης;

-Ναι εσύ ποιος είσαι;

-Ο Φώτης ο φίλος και συμμαθητής σου. 

Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Με το Φώτη πήγαιναν σχολείο μαζί αλλά κι οι δυο δεν διάβαζαν καθόλου, γι’ αυτό και σταμάτησαν. Ο Κώστας θυμήθηκε την αντίδραση των πατεράδων τους όταν τους ανακοίνωσαν ότι δεν θα ξαναπήγαιναν σχολείο. Ο πατέρας του τον είχε γδάρει στο ξύλο ενώ ο πατέρας του Φώτη είχε πει απλά: «Ε αφού δεν τα παίρνεις τα γράμματα μη πας, κάνε αυτό που σ’ αρέσει». Βοήθησε και στήριξε πολύ το γιο του. Τώρα ο Φώτης είχε το δικό του συνεργείο αυτοκινήτων στην Κόρινθο. Μίλησαν αρκετή ώρα , γέλασαν, είπαν για τα παιδιά τους. Ο Φώτης είχε τρία παιδιά δυο γιους και μια κόρη. Ο μεγάλος είχε γίνει γιατρός, παντρεύτηκε και είχε ένα αγοράκι. Νέος παππούς ο Φώτης. Ο δεύτερος γιος του δούλευε μαζί του, ήταν το παλληκάρι που τους μετέφερε στην Κόρινθο και η κόρη του το στερνοπούλι του που έλεγε πήγαινε στο γυμνάσιο. Μίλησε κι ο Κώστας για τα παιδιά του κι όταν αναφέρθηκε στην Αγνή ο Φώτης του είπε:

-Α έτσι εξηγείται του δικού μου του γυάλισε η κόρη σου.

 Μετά από ώρα ο Κώστας πήρε τ’ αυτοκίνητο χαιρέτησε το φίλο του, δίνοντας υπόσχεση κι οι δυο τους ότι θ’ανταμώσουν σύντομα. Ο Κώστας πήγε πήρε τη γυναίκα του και την κόρη του από το αρχοντικό και γύρισαν στη Ζάκυνθο.