ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.7

 Η Αγνή στεναχωριόταν, της έλειπε πολύ ο αδερφός της, έτσι ένοιωθε κι εκείνος. Μιλούσαν βέβαια στο τηλέφωνο αλλά δεν ήταν το ίδιο. Ένα πρωί η Αγνή καθόταν κι αγνάντευε τη θάλασσα σε ένα ψηλό βράχο (το αγαπημένο της σημείο). Ξαφνικά ακούει μια φωνή να της λέει:

-Τι κάνεις εδώ πρωί-πρωί αδερφούλα; Εμένα περιμένεις; Η Αγνή με το που τον είδε όρμησε στην αγκαλιά του.

-Τι γυρεύεις εδώ εσύ; (του είπε)

-Ήρθα να σας κάνω έκπληξη, σας πεθύμησα. Εξήγησε στην Αγνή ότι είχαν κατάληψη στη σχολή κι ότι μπορούσε να μείνει μια ολόκληρη βδομάδα. Αυτή η βδομάδα πέρασε τόσο γρήγορα που ούτε το κατάλαβαν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει ο Γιώργος  δε μιλιόταν κανένας. Η Αγνή τον χαιρέτησε και κλείστηκε στο δωμάτιο της με το πρόσχημα ότι είχε διάβασμα. Περνούσαν οι μέρες σιγά-σιγά και ο Γιώργος  πλησίαζε στο τέλος του δεύτερου έτους στη σχολή. Είχε περάσει σχεδόν ενάμισι χρόνος  από τότε που είχαν πάει στη γιαγιά Μαρία.

 Ένα βράδυ στις αρχές  του Ιούνη χτύπησε το τηλέφωνο και το σήκωσε η Αγνή νομίζοντας ότι ήταν ο Γιώργης.

-Ναι ορίστε;

 -Αγνή εσύ είσαι παιδί μου;

-Μάλιστα.

 –Εγώ είμαι, η Ανέτα δώσε λίγο τον πατέρα σου σε παρακαλώ. 

Ο Κώστας πήρε το τηλέφωνο, μίλησε κι όταν το έκλεισε ήταν στεναχωρημένος.

-Τι έγινε; ρώτησε η Ελένη. Της είπε ότι η μάνα του δεν είναι καλά και τους ζητάει συνέχεια.  Η Ελένη αφού το σκέφτηκε μερικές μέρες του είπε:

-Κώστα μου την άλλη βδομάδα κλείνουν τα σχολεία . Τα χωράφια δώστα στο Στάθη (το γείτονα), να τα δουλέψει για ένα τρίμηνο και πάμε ως το Σεπτέμβρη κοντά στη μάνα σου. 

Μόλις τ’άκουσε ο Κώστας την αγκάλιασε και τη φίλησε. Γι’αυτό την αγαπούσε, ήταν το στήριγμα του σε όλα. Τα ταχτοποίησαν όλα και πήγαν Κόρινθο.

 Η γιαγιά Μαρία ήταν πολύ χάλια, είχε αδυνατίσει πολύ κι ήταν συνέχεια ξαπλωμένη σ’ένα κρεβάτι. Καλά που είχε την Ανέτα δίπλα της και τη φρόντιζε σα μάνα της. Η Ανέτα ήταν καλός άνθρωπος και όμορφη γυναίκα. Η καημένη δεν έκανε παιδιά κι ένα που υιοθέτησε, το’χασε μέσα από τα χέρια της από κάτι ληστές σ’ένα τρένο. Η Αγνή τη συμπαθούσε πολύ. 

 Στην Κόρινθο, ο Κώστας ανταμώθηκε πάλι με το φίλο του τον Φώτη, γνωρίστηκαν οι οικογένειες και η Αγνή άρχισε να κάνει παρέα με το γιο του το Μανώλη (το παληκάρι) . Ο Μανώλης κοιτούσε την Αγνή μες’τα μάτια, την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε. Και η Αγνή όμως δεν πήγαινε πίσω, δε περνούσε μέρα  χωρίς να  τον συναντήσει. Ο πατέρας της  της έλεγε:

-Πρόσεχε κόρη μου μη βιάζεσαι.

-Μην ανησυχείς μπαμπά μου ξέρω εγώ.. Συμβουλεύομαι τον αδερφό μου τηλεφωνικώς. Kαι όντως έτσι ήταν, σχεδόν κάθε βράδυ η Αγνή τηλεφωνούσε στον αδερφό της για να τον ρωτήσει κάτι σχετικά με τον Μανώλη. 

   Η γιαγιά Μαρία ύστερα από τόσα χρόνια  ήταν επιτέλους πραγματικά ευτυχισμένη. Συνέχεια μονολογούσε; «Σε ευχαριστώ θεέ μου που μ ’αξίωσες να ζήσω κι εγώ τόσο ευτυχισμένες στιγμές».

 Αυτό το καλοκαίρι ήταν το πιο χαρούμενο για όλους, όχι όμως και για την Ανέτα. Από τη στιγμή που είδε την Αγνή δεν μπορούσε να ησυχάσει, της μπήκε η ιδέα ότι η Αγνή ήταν το κοριτσάκι που είχε υιοθετήσει και το έχασε στο τρένο. Οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν όταν είδε την αλυσίδα που φορούσε στο λαιμό η Αγνή. Ήταν ίδια με εκείνη που φορούσε το μωρό της (το υιοθετημένο). 

  Μια μέρα δεν άντεξε και ρώτησε την Ελένη:

-Κυρία Ελένη, είχατε εύκολες γέννες στα παιδιά σας;

 Η Ελένη παραξενεύτηκε και απάντησε βιαστικά; «Ναι , ναι.»

-Την Αγνή φυσιολογικά τη γεννήσατε;

-Ναι , τι συζητάμε τώρα για τα παλιά, δε θέλω ήταν δύσκολα χρόνια. Και η κουβέντα σταμάτησε εκεί.

 Η Ελένη αν και παραξενεύτηκε δεν έδωσε πολύ σημασία. Η Ανέτα δε σταμάτησε εκεί, αποφάσισε να ρωτήσει και τον Κώστα.

  Μια μέρα λοιπόν η Ελένη και η Αγνή πήγαν για ψώνια και η Ανέτα έφτιαξε καφέ και φώναξε τον Κώστα να τον πιούνε παρέα στον κήπο και να μιλήσουν για τη μάνα του.  Αφού μίλησαν αρκετή ώρα για τη μάνα του η Ανέτα ξαφνικά τον ρώτησε:

-Λοιπόν Κώστα για πες μου πότε υιοθετήσατε την Αγνή;

  Ο Κώστας σοκαρίστηκε και του ‘πεσε το φλιτζάνι  από τα χέρια.

 –Μα πως το ξέρεις , σου μίλησε η Ελένη; Άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας.

-Όχι δε μου μίλησε η Ελένη.

-Μα τότε πως, πως ξέρεις.

-Δεν ξέρω ακριβώς, κάτσε σε παρακαλώ μη πάθεις τίποτα , θα σου εξηγήσω. 

 Η Ανέτα  άρχισε να διηγείται την ιστορία της με βουρκωμένα μάτια, όταν τελείωσε κοίταξε στα μάτια τον Κώστα και τον ρώτησε κλαίγοντας: 

-Σε παρακαλώ πες μου που τη βρήκες;

 Ο Κώστας δεν άντεξε και της είπε.Ήταν σα να είχε φύγει ένα βάρος από πάνω του.Μετά από αυτό ο Κώστας πήγε στα κτήματα του πατέρα του και περιπλανιόταν ώρες. Η Ανέτα από την άλλη κλείστηκε στο δωμάτιο της.