ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.7

 Έξω από το αρχοντικό η Αγνή έμεινε άγαλμα: 

 -Καλέ μπαμπά αυτό δεν είναι σπίτι είναι ανάκτορο. 

Χτύπησαν το κουδούνι και τους άνοιξε η Ανέτα.

-Κύριε Κώστα εσείς;

-Γεια σας , είναι μέσα η μητέρα μου;

-Ναι βέβαια περάστε. Η οικογένεια;

 Ο Κώστας έκανε τις συστάσεις. Η Ανέτα έκανε χειραψία με την Ελένη και όταν είδε την Αγνή χλόμιασε και με τρεμάμενη φωνή ρώτησε:

-Αγνή σε λένε ;Πόσο χρονών είσαι;

-Ναι. Δεκάξι. 

Ο Κώστας την είδε που χλόμιασε και τη ρώτησε τι έπαθε. Εκείνη είπε βιαστικά.

-Τίποτα, τίποτα περάστε συγνώμη.

 Η Μαρία αντικρίζοντας τους  δάκρυσε. Αγκάλιασε το γιο της και τη νύφη της και μόλις είδε την Αγνή είπε: «Αυτή είναι η εγγόνα μου». Την αγκάλιασε σφιχτά. Κάθισαν όλοι μαζί φάγανε  και μιλήσανε με τις ώρες. Η Μαρία που συνήθως κοιμόταν νωρίς, γύρω στις  εννέα, είχε πάει έντεκα κι εκείνη δε νύσταζε καθόλου. Η Ανέτα πάλι δεν έλεγε να πάρει τα μάτια της από την Αγνή. Συλλογιζόταν από μέσα της: «Χριστέ μου και κοκκινομάλλα και πράσινα μάτια και Αγνή, δε μπορεί δεν είναι δυνατόν». Το συλλογισμό διέκοψε η ερώτηση της Μαρίας στο γιο της.

-Γιε μου αυτό το κορίτσι  σε ποιον έμοιασε;

 Η Ελένη πήρε την πρωτοβουλία και απάντησε: «Τη μητέρα μου είναι ίδια. Δεν πάμε τώρα για ύπνο πέρασε η ώρα». Η κουβέντα σταμάτησε εκεί και πήγαν όλοι για ύπνο. Το πρωί ξύπνησαν κι ο Κώστας πήγε στο μηχανικό να πάρει το αυτοκίνητο. Όταν έφτασε στο συνεργείο, ήταν ένας κύριος που κάτι του θύμιζε. Αφού τον καλημέρισε, εκείνος κοιτάζοντας τον καλά του είπε:

-Κώστα εσύ είσαι ; Ο Λυμπερίδης;

-Ναι εσύ ποιος είσαι;

-Ο Φώτης ο φίλος και συμμαθητής σου. 

Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Με το Φώτη πήγαιναν σχολείο μαζί αλλά κι οι δυο δεν διάβαζαν καθόλου, γι’ αυτό και σταμάτησαν. Ο Κώστας θυμήθηκε την αντίδραση των πατεράδων τους όταν τους ανακοίνωσαν ότι δεν θα ξαναπήγαιναν σχολείο. Ο πατέρας του τον είχε γδάρει στο ξύλο ενώ ο πατέρας του Φώτη είχε πει απλά:«Ε αφού δεν τα παίρνεις τα γράμματα μη πας, κάνε αυτό που σ’ αρέσει.». Βοήθησε και στήριξε πολύ το γιο του. Τώρα ο Φώτης είχε το δικό του συνεργείο αυτοκινήτων στην Κόρινθο. Μίλησαν αρκετή ώρα , γέλασαν, είπαν για τα παιδιά τους. Ο Φώτης είχε τρία παιδιά δυο γιους και μια κόρη. Ο μεγάλος είχε γίνει γιατρός, παντρεύτηκε και είχε ένα αγοράκι. Νέος παππούς ο Φώτης. Ο δεύτερος γιος του δούλευε μαζί του, ήταν το παλληκάρι που τους μετέφερε στην Κόρινθο και η κόρη του το στερνοπούλι του που έλεγε πήγαινε στο γυμνάσιο. Μίλησε κι ο Κώστας για τα παιδιά του κι όταν αναφέρθηκε στην Αγνή ο Φώτης του είπε: «Α έτσι εξηγείται του δικού μου του γυάλισε η κόρη σου». 

Μετά από ώρα ο Κώστας πήρε τ’ αυτοκίνητο χαιρέτησε το φίλο του, δίνοντας υπόσχεση κι οι δυο τους ότι θ’ανταμώσουν σύντομα. Ο Κώστας πήγε πήρε τη γυναίκα του και την κόρη του από το αρχοντικό και γύρισαν στη Ζάκυνθο.