ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΚΕΦ.9

   Έτσι ο Κώστας ζήτησε από το γιο του να κάνουν μια βόλτα να του δείξει τα κτήματα του παππού του.  Είχαν φτάσει στο κτήμα που γνώρισε την Ελένη, κάθισαν σε δυο κοτρόνες δίπλα στη βρύση και  είπε στο γιο του:

-Εδώ γνώρισα το αφεντικό τη μάνα σου

-Καλά εσύ δεν ήσουν το αφεντικό;

-Ναι και γέλασε.

 Ήταν η πρώτη φορά που γέλασε μετά από μέρες.  Ο Κώστας του ζήτησε να τον ακούσει προσεχτικά χωρίς να τον διακόψει. Όταν του τα είπε όλα ο Γιώργος έγινε έξαλλος.

-Έπρεπε να τα πείτε από την αρχή. 

Σηκώθηκε κι έφυγε τρέχοντας, πήγε στο αρχοντικό κι άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα του. Μπήκε μέσα η Ελένη και άρχισε να τον ρωτά.

-Τι κάνεις παιδάκι μου γιατί μαζεύεις τα πράγματα σου;

–Πρέπει να φύγω μάνα είμαι πολύ θυμωμένος μαζί σας, έπρεπε να ξέρω κι εγώ και η Αγνή. 

 Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Αγνή.

-Τι γίνεται εδώ; Τι έπρεπε να ξέρω; Γιώργη τι είναι αυτά φεύγεις;

-Ναι φεύγω, εσύ μάνα κάνε το σωστό.

 Άνοιξε τη πόρτα κι έφυγε.Η Αγνή γεμάτη απορία  ρώτησε:

-Μαμά μου τι έγινε πες μου σε παρακαλώ, έχει κάτι ο Γιώργης μας;

 Η Ελένη άρχισε να της τα διηγείται όλα. Η Αγνή νόμιζε πως ονειρευόταν.

-Δε μπορεί να μου λες αλήθεια.

–Αλήθεια είναι κόρη μου.

–Φτάνει μη λες κόρη μου.

 Βγήκε από το δωμάτιο σαστισμένη. Περιπλανιόταν σαν τρελή στους δρόμους. Ύστερα από ώρα τη βρήκε ο Μανώλης σε άθλια κατάσταση.  Του ζήτησε να μείνει στο αποθηκάκι τους το βράδυ. Τη ρώτησε τι έγινε κι εκείνη του είπε:

-Σε παρακαλώ μη ρωτάς.

 Ο Μανώλης την άφησε στο αποθηκάκι και πήγε να ενημερώσει τους δικούς της. Το πρωί πήγε να τη βρει αλλά η Αγνή δεν ήταν εκεί, παρά μόνο ένα σημείωμα που έλεγε: «Συγνώμη Μανώλη μου, δανείστηκα κάτι χρήματα που είχες στο συρτάρι του γραφείου. Κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω.  Αγνή». Ο Μανώλης δε καταλάβαινε τίποτα.  Η Αγνή πήρε το λεωφορείο και πήγε στο Γιώργο στην Αθήνα, εκείνος μόλις την είδε κατάλαβε.

-Ούτε εγώ ήξερα Αγνή, χθες τά’μαθα.

 Έπεσε στην αγκαλιά του κι έβαλε τα κλάματα.

-Γιατί Γιώργο γιατί , πρέπει να μάθω για τους πραγματικούς μου γονείς το’χω ανάγκη.

-Σε καταλαβαίνω, Αγνή μου.

 Πέρασαν δυο βδομάδες χωρίς να το καταλάβει. Ένοιωθε ακόμη προδομένη.Μέσα σε όλα τα στενάχωρα συνέβη και κάτι καλό. Η Αγνή πέρασε στη Γεωπονική Θεσσαλονίκης. Η ίδια δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί. Έμεινε στο Γιώργο ένα μήνα.  Ο Μανώλης την έπαιρνε τηλέφωνο συνέχεια αλλά η Αγνή δεν ήταν ακόμη έτοιμη να του μιλήσει.. Στα μέσα του Σεπτέμβρη πήγαν μαζί με το Γιώργο και ένα φίλο του στη Θεσσαλονίκη για να γραφτεί στη σχολή.  Αυτός ο φίλος του Γιώργου ήταν από τη  Θεσσαλονίκη και σπούδαζε στην Αθήνα στην ίδια σχολή με το Γιώργο, είχε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη και το νοίκιασε στην Αγνή.Η Ελένη κι ο Κώστας γύρισαν στη Ζάκυνθο. Όλοι τους έδωσαν συγχαρητήρια για την Αγνή  και απόρησαν που δεν έκαναν κάτι να το γιορτάσουν.  Είχαν κλειστεί κι οι δυο στον εαυτό τους. Η Ελένη ήλπιζε ότι κάποια  στιγμή θα γυρνούσε η κόρη της. Ο Κώστας από την άλλη ήταν συνεχώς άρρωστος.Ο Γιώργος  και η Αγνή αφού τα ταχτοποίησαν όλα στη Θεσσαλονίκη, γύρισαν στην Αθήνα γιατί ο Γιώργος είχε εξετάσεις.