«Ο αγαπημένος μου φίλος Μπεν»

Όταν γεννήθηκε ο Γιάννης , η πρώτη φωνή που άκουσε ήταν το γάβγισμα ενός σκύλου, ο οποίος  ακούγοντας το κλάμα του μικρού, όρμησε στην αίθουσα τοκετού από το πουθενά και όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι και τρομαγμένοι. Ο σκύλος πήγε μπροστά στο μωρό ,άρχισε να γαβγίζει και εκείνο σταμάτησε το κλάμα και ήταν λες και τον κοιτούσε στα μάτια.

-Ποιανού είναι το σκυλί; Τι δουλειά έχει εδώ ; (φώναζε μια νοσοκόμα)

-Τότε ,η μαμά που μόλις είχε γεννήσει, συνειδητοποίησε πως ήταν ο Μπεν ο σκύλος τους και είπε :Μη τρομάζετε είναι ο σκύλος μας και γνωρίζει το μωρό ,από όταν ήταν στην κοιλιά.

-Τι λέτε κυρία μου ,εδώ είναι νοσοκομείο , ήρθατε να γεννήσετε μαζί με το σκύλο σας; Αν είναι δυνατόν!

- Σας παρακαλώ ,τι είναι αυτά που λέτε, στο σπίτι τον αφήσαμε ,μα που είναι ο άντρας μου; (Ρώτησε εξαντλημένη).

Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο σύζυγος που τον είχαν φωνάξει να συμπληρώσει κάποια χαρτιά ,γιατί ο μικρός έπρεπε να κάνει κάποιες εξετάσεις. Δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε τον Μπεν (τον σκύλο) στην αίθουσα τοκετού. Ήταν σίγουρος  πως είχε κλειδώσει το σπίτι.

Από τότε ο Μπεν και ο μικρός Γιαννάκης ήταν αχώριστοι, ο ένας μάθαινε  από τον άλλον, στο παιχνίδι, στη βόλτα ,στο μπάνιο ,στον ύπνο παντού μαζί. Η αγάπη ήταν αμοιβαία και η σχέση μοναδική.

Όταν ο Γιαννάκης ήταν 3 χρόνων έσπασε το πόδι του και κούτσαινε, τότε ο Μπεν  κούτσαινε κι εκείνος μαζί του.

Πέρασαν τα χρόνια , ο Γιάννης έγινε έξι και ο Μπεν αρρώστησε βαριά από μια «κακιά» αρρώστια, με το ζόρι σηκωνόταν από το κρεβάτι, ούτε να γαβγίσει μπορούσε. Ο Γιάννης από τη στεναχώρια του ,αρρώστησε κι αυτός , σαράντα πυρετό ανέβασε, βλέποντας τον ο Μπεν άρχισε να γαβγίζει και να προσπαθεί να τρέξει, ο Γιάννης βλέποντας τον συνήλθε. Αυτό που ήθελε ο Μπεν το πέτυχε. Ο Γιάννης πήγε για διακοπές στη γιαγιά του και ο Μπεν θα έκανε μια θεραπεία και θα πήγαινε κι εκείνος. Περνούσε ωραία με τη γιαγιά του , πήγαιναν κάθε μέρα στη θάλασσα ,αλλά του έλειπε πολύ ο Μπεν. Τον παρηγορούσε το γεγονός  ότι εκεί ήταν και η συνομήλικη φίλη του Ρενάτα που είχε κι εκείνη  έναν αγαπημένο σκύλο τον Ρέξ. Η Ρενάτα μόλις τον είδε έτρεξε γρήγορα κοντά του:

-Γιάννη μου, επιτέλους ήρθες, είσαι καλά;

-Ναι Ρενάτα εσύ; Που είναι ο Ρεξ;

-Ο αγαπημένος μου φίλος  Ρεξ ένα πρωί ,έκλεισε τα μάτια του και πέθανε.

-Τι εννοείς;

-Η ψυχή του ,έγινε άγγελος φύλακας μου από τον ουρανό.

-Τι δηλαδή δεν είναι ζωντανός , δεν θα το ξαναδείς; Αυτό εννοείς;

-Όχι κάνεις λάθος τον βλέπω κάθε μέρα στα όνειρα μου.

-Όχι αυτό δε γίνεται. ( Είπε ο Γιάννης νευριασμένος και έφυγε γρήγορα για το σπίτι  της γιαγιάς του).

Τα μεσάνυχτα ξύπνησε ιδρωμένος και φώναζε όσο δυνατά μπορούσε τον Μπεν. Η γιαγιά του τρόμαξε και προσπάθησε να τον καθησυχάσει λέγοντας του ότι ο Μπεν είναι σπίτι του και θα έρθει αύριο. Ο Γιάννης όμως ήξερε πως ο Μπεν θα ερχόταν  κι αυτός από δω και πέρα στα όνειρα του και δε θα περπατούσε ξανά μαζί του.

Μετά από μια βδομάδα η Ρενάτα του είχε μια έκπληξη:

-Έλα Γιάννη πρέπει να σε πάω να δεις κάτι .

-Άσε με , δεν έχω διάθεση.

-Σε παρακαλώ έλα θα σου στείλει μήνυμα ο Μπεν.

-Μη λες χαζά.

Τον άρπαξε από το χέρι και πήγανε πίσω από έναν αμμόλοφο που είχε ένα θάμνο από άγρια χόρτα.

-Τι είναι εδώ; ρώτησε γεμάτος απορία  

-Εδώ μέσα έχει ένα κοχύλι μεγάλο, περίμενε να το βγάλω να το δεις.

-Και γιατί να το δω;

-Να το ακούσεις θέλω, έλα βάλτο στο αυτί σου και πες μου τι ακούς.

-Ακούω το Μπεν που γαβγίζει , σα να είναι δίπλα μου, πως είναι δυνατόν;

-Είναι αυτό που σου ‘λεγα ότι είναι πάντα οι αγαπημένοι φίλοι μας και είναι δίπλα μας , σαν φύλακες άγγελοι μας.

Ο Γιάννης ήταν πολύ χαρούμενος γιατί κάθε βράδυ έβλεπε στο όνειρο του  τον Μπεν χαρούμενο να τρέχει σαν να ήταν δίπλα του και αν ήθελε να τον ακούσει έβαζε το κοχύλι από τον θάμνο στο αυτί του και τον άκουγε. Η Ρενάτα του το χάρισε , γράφοντας πάνω του  : « στον αγαπημένο μου φίλο για να ακούει τον αγαπημένο του φίλο»!