Ο ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟ ΘΥΜΩΜΕΝΟ ΡΙΚΟ

Ο Λουκάς ζούσε με τους γονείς του σε μια μεγάλη πόλη και πήγαινε στην Τρίτη τάξη του δημοτικού. Μια μέρα, σχόλασε νωρίτερα από το σχολείο και, γυρίζοντας σπίτι, βρήκε τους γονείς του να μαλώνουν και να πετούν πράγματα ο ένας στον άλλον φωνάζοντας «Τέλος! Δεν πάει άλλο, χωρίζουμε, διαζύγιο!»

Ο Λουκάς προσπάθησε να τους σταματήσει αλλά εκείνοι από το θυμό τους ούτε που τον είδαν. Τότε ο Λουκάς φώναξε δυνατά:

-Φτάνει, αν δε σταματήσετε, θα φύγω τώρα.

Δυστυχώς, οι γονείς του δεν άκουγαν τίποτα, έτσι ο Λουκάς άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Δεν τον σταμάτησε κανείς τους αφού εκείνοι συνέχιζαν κανονικά τον καβγά τους. Ο Λουκάς πήγε στο πάρκο της γειτονιάς και άρχισε να πετά πέτρες στην τσουλήθρα, ώσπου ξαφνικά άκουσε μια φωνή:

-Έι! Ποιος πετάει πέτρες;

Τότε ο Λουκάς είδε ένα παιδί στην ηλικία του που καθόταν πίσω από την τσουλήθρα και έκλαιγε.

-Ω συγνώμη, δεν σε είδα εδώ που κάθεσαι. Γιατί κλαις;

-Να μη σε νοιάζει. Εσύ γιατί πετάς πέτρες;

-Γιατί είμαι πολύ θυμωμένος, είπε ο Λουκάς.

-Κι εσύ; Γιατί;

-Γιατί οι γονείς μου μαλώνουν και θα χωρίσουν, χωρίς να τους νοιάζει για μένα.

-Αλήθεια λες;

-Ναι, γιατί;

-Γιατί και εγώ γι’ αυτό κλαίω, είπε ο Ρίκο.

-Πως σε λένε;

-Ρίκο, εσένα;

-Λουκά. Το Ρίκο από πού βγαίνει;

-Από το Φρειδερίκο, το όνομα του παππού μου.

-Α μάλιστα. Του Λουκά του φάνηκε λίγο αστείο αλλά δεν το σχολίασε, μόνο ρώτησε: Εσένα γιατί χωρίζουν;

-Γιατί λέει δεν ταιριάζουν! Επρεπε να γίνω 9 χρονών για να το καταλάβουν!! Εσένα;

-Δεν κατάλαβα, γινόταν χαμός στο σπίτι, ο ένας πετούσε πράγματα στο άλλον, εγώ τους μίλησα, αλλά δεν μου έδωσαν καμία σημασία.

-Με το δίκιο σου θύμωσες, τελικά, αν και μεγαλύτεροι, δεν έχουν καθόλου μυαλό.

-Πρέπει κάτι να κάνουμε να τους βάλουμε εμείς μυαλό.

-Τι εννοείς;

-Δεν ξέρω ας σκεφτούμε κάτι.

Άρχισαν να σκέφτονται. Ξαφνικά ο Ρίκο πετάχτηκε όρθιος και είπε:

-Έχω μια ιδέα!

-Τι ιδέα; Λέγε;

-Να γράψουμε στον καθένα τους ένα γράμμα που να λέει: «Συνέλθετε έχετε και ένα παιδί, μήπως το ξεχάσατε;» με την υπογραφή  «Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων». Και για να μην καταλάβουν τα γράμματα μας, θα το κάνουμε σ’ έναν υπολογιστή. Πως σου φαίνεται η ιδέα μου;

-Πω πω φοβερή ιδέα και ξέρω που θα βρούμε υπολογιστή, η μεγαλύτερη αδερφή ενός φίλου μου έχει, εδώ κοντά είναι, τι λες, πάμε;

-Ναι, φύγαμε.

Έτσι και έγινε, έφτιαξαν τα γράμματα και τα έστειλαν. Οι γονείς τους, μόλις τα διάβασαν ντράπηκαν και έτρεξαν στο Σύλλογο να ρωτήσουν πως το έμαθαν. Όταν διαπίστωσαν ότι δε γνώριζαν τίποτα, κατάλαβαν ότι ήταν μήνυμα από τα παιδιά τους και άρχισαν να τους εξηγούν την κατάσταση και να ασχολούνται επιτέλους μαζί τους.

Ο Λουκάς μετά από τρεις βδομάδες συνάντησε πάλι στο πάρκο το Ρίκο και τον ρώτησε τι έγινε:

-Λοιπόν πως πήγε, πως είναι η κατάσταση σπίτι σου;

-Καλύτερη αν και τελικά θα χωρίσουν. Οι δικοί σου;

-Ναι και σε μένα το ίδιο, θα πάρουν διαζύγιο. Αλλά με το κόλπο μας νομίζω ότι τους βάλαμε λίγο μυαλό.

-Αυτό είναι αλήθεια. Ξέρεις κάτι, από αυτούς τους χωρισμούς έγινε και κάτι καλό, γνώρισα έναν καινούργιο φίλο, εσένα.

-Ναι κι εγώ. 

Έδωσαν τα χέρια και έγιναν δυο καλοί φίλοι.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΑΚΙΡΗ