ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.11)

    Η Χρυσάνθη πέρασε την υπόλοιπη μέρα της ταχτοποιώντας το σπίτι και τη βεράντα. Το βράδυ έπεσε νωρίς για ύπνο αφού ήταν πτώμα από την κούραση και έπρεπε να σηκωθεί πολύ πρωί.
    Πρωί- πρωί ετοιμάστηκε, έβαλε τα πράγματα στο αυτοκίνητο, όχι τίποτα ιδιαίτερο αφού θα επέστρεφε την άλλη μέρα και ξεκίνησε για Θεσσαλονίκη. Βγαίνοντας από το σπίτι, ένα τσούρμο δημοσιογράφων πετάχτηκε μπροστά της. Απορημένη, φρέναρε απότομα, κατέβασε το παράθυρο της και ρώτησε τι συμβαίνει. Τότε ο ένας της είπε:
-Μήπως γνωρίζετε κάτι για το έγκλημα που έγινε στην οικοδομή σας;
    Πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της, ένας άλλος ρώτησε:
-Υπήρχε και ένα παιδί ακούσαμε, είναι αλήθεια;
    Δεν απάντησε, σήκωσε γρήγορα το παράθυρο της και κορνάροντας προσπάθησε να περάσει. Δεν πίστευε ότι είχε πάρει τόσο έκταση το θέμα και, όσο και αν ήθελε να το ξεχάσει δεν την άφηναν. Άνοιξε το ραδιόφωνο μα κι εκεί γι' αυτό μιλούσαν και το έκλεισε αμέσως.
    Λίγο έξω πια από την Αθήνα και ενώ κατευθυνόταν προς τη Λαμία, είδε ένα σταματημένο αυτοκίνητο με αλάρμ και έναν άντρα γνώριμο να της κάνει ωτοστόπ. Μόλις το προσπέρασε, διαπίστωσε ότι ήταν ο Νίκος και σταμάτησε, κατέβηκε και πήγε προς τα κει γεμάτη αγωνία.
-Εσείς είστε    Τι κάνετε εδώ;
-Χρυσάνθη εσύ, τι γυρεύεις εδώ;
-Πάω στη Θεσσαλονίκη να πάρω τη μαμά μου, εσείς τι πάθατε;
-Δεν ξέρω, έβγαζε κάτι καπνούς και ξαφνικά σταμάτησε να δουλεύει, το θέμα είναι ότι ξέχασα να ανανεώσω την ασφάλεια και δεν έχω δυνατότητα να καλέσω την express.

-Που πηγαίνετε;
    Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε η μικρή λέγοντας:
-Στην κυρία Ντίνα και το Σπύρο.
-Που μένει η κυρία Ντίνα; ρώτησε το Νίκο η Χρυσάνθη
-Λίγο πιο έξω από τη Λαμία.
-Ωραία, κλειδώστε το αυτοκίνητο και ελάτε μαζί μου θα σας πάω εγώ.
-Όχι, σε παρακαλώ, αυτό δεν γίνεται.
-Μια χαρά γίνεται, αφού θα περάσω από 'κει, είναι στο δρόμο μου.
-Ναι μπαμπά μου ας πάμε με τη Χρυσάνθη σε παρακαλώ.
-Άννα μου, δεν μπορούμε κάθε φορά που έχουμε πρόβλημα να φορτωνόμαστε στη Χρυσάνθη, είναι σαν να την εκμεταλλευόμαστε.
    Η Χρυσάνθη κοίταξε λοξά τον Νίκο:
-Λοιπόν, αν το ξαναπείς αυτό Νίκο θα θυμώσω πολύ.
-Καλά καλά θα μας αφήσεις όμως να πληρώσουμε κι εμείς βενζίνη, σύμφωνοι; είπε, δίνοντας της το χέρι
-Τέλος πάντων σύμφωνοι, ας φύγουμε  λοιπόν ,φέρτε τα πράγματα σας.
    Ξεκίνησαν κι οι τρεις για το σπίτι της κυρίας Ντίνας. Η μικρή ήταν ενθουσιασμένη με την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα και από τη χαρά της ζήτησε από τη Χρυσάνθη να βάλει μουσική. Εκείνη αυθόρμητα άνοιξε το ραδιόφωνο, αλλά το μετάνιωσε αμέσως γιατί μιλούσαν για το δήθεν φόνο που είχε γίνει στην οικοδομή τους. Ο Νίκος το έκλεισε αμέσως με τη δικαιολογία ότι πονούσε φοβερά το κεφάλι του. Η Χρυσάνθη ένοιωσε άσχημα και έδωσε στην Άννα ένα βιβλίο με εικόνες να χαζέψει. Μετά απευθύνθηκε στον Νίκο:
-Συγγνώμη, δεν το ήθελα.
-Μη ζητάς συγνώμη, δε φταις εσύ, όπως βλέπεις όμως ένας φονιάς δεν πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερος. Μήπως πρέπει να με φοβάσαι;
-Φτάνει σε παρακαλώ. Μη το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, σκέψου τα παιδιά σου.
-Ευτυχώς που φεύγω από Αθήνα και δεν μπορούν να με βρουν.
    Λίγο πριν φτάσουν η μικρή ζήτησε να πάει τουαλέτα και σταμάτησαν σε ένα καφέ. Η Χρυσάνθη ρώτησε το Νίκο:
-Είναι πολύ μακριά ακόμη το σπίτι της κυρίας Ντίνας;
-Όχι, σε μισή ώρα φτάνουμε, κουράστηκες;
-Όχι δεν το λέω γι’ αυτό, σκέφτηκα να οδηγήσεις εσύ τώρα που ξέρεις από πού να στρίψεις για να μην μπερδευτώ.
-Καλά το σκέφτηκες, έτσι θα ξεκουραστείς και συ λίγο.
    Σε μισή ώρα είχαν φτάσει. Ένα αγόρι ήταν στη βεράντα και μόλις είδε το Νίκο έτρεξε γρήγορα κατά πάνω του.
-Μπαμπά μου επιτέλους ήρθες, γιατί άργησες, που είναι η Άννα;
-Ησύχασε αγόρι μου, εδώ είναι στο αυτοκίνητο, την πήρε ο ύπνος.
-Ποιανού είναι αυτό το αυτοκίνητο, που είναι το δικό σου και ποια είναι αυτή η άσχημη; ρώτησε ο μικρός, δείχνοντας τη Χρυσάνθη.
-Σπύρο πρόσεχε πως μιλάς σε παρακαλώ! Η κυρία Χρυσάνθη είναι μια πολύ καλή φίλη και μας βοήθησε να έρθουμε γιατί χάλασε το δικό μας αυτοκίνητο.
-Κατάλαβα... βαρέθηκες τη μαμά Μαρίνα και βρήκες άλλη και μάλιστα αυτή την άσχημη.
    Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η γυναικεία αυστηρή φωνή της κυρίας Ντίνας:
-Σπύρο τι πράγματα είναι αυτά, θέλω να ζητήσεις αμέσως συγνώμη από την κυρία.
-Όχι! φώναξε εκείνος, τρέχοντας προς τη Χρυσάνθη και την έσπρωξε τόσο δυνατά πριν φύγει τρέχοντας στο σπίτι. Η Χρυσάνθη δεν περίμενε αυτή την αντίδραση, έχασε την ισορροπία της και βρέθηκε φαρδιά πλατιά κάτω, ένοιωθε πως ήταν μια άσχημη, κακιά μάγισσα μετά από τα λόγια του μικρού.