ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.12 )

    Ο Νίκος έτρεξε γρήγορα να τη βοηθήσει, εκείνη μόλις την ακούμπησε ένοιωσε να την χτυπάει ηλεκτρικό ρεύμα.
-Χίλια συγνώμη Χρυσάνθη, μα εσύ τρέμεις, ηρέμησε σε παρακαλώ. Τότε απευθύνθηκε στη κυρία Ντίνα και ζήτησε να της φέρει λίγο νερό.|
-Όχι καλά είμαι, μην ανησυχείτε, απλά ξαφνιάστηκα. Πρέπει να προσέξεις πολύ, Νίκο, πως θα μιλήσεις στο Σπύρο.

-Ναι δίκιο έχεις, συγνώμη γι' αυτά που είπε...κάθε άλλο παρά άσχημη δεν είσαι, μάλλον του άρεσες.
-Δεν πειράζει.
    Εκείνη την ώρα ξύπνησε η Άννα και άρχισε να φωνάζει.
-Ξύπνησες γλυκιά μου;
-Ναι μπαμπά μου, ω φτάσαμε γιατί δε με ξύπνησες; που είναι ο Σπύρος;
    Έτρεξε προς το σπίτι αλλά την ίδια στιγμή γύρισε πίσω αγκάλιασε τη Χρυσάνθη, της έδωσε ένα φιλί και της είπε: "σ' ευχαριστώ πολύ".

    Η Χρυσάνθη την αγκάλιασε και τη φίλησε κι εκείνη. Χαιρέτησε τη κυρία Ντίνα και το Νίκο και συνέχισε το ταξίδι της, σκεφτομενη όσα της είχαν συμβεί και της φαίνονταν απίστευτα. Κάποια στιγμή της ήρθαν στο μυαλό, τα λόγια του Σπύρου και αναρωτήθηκε μήπως ήταν όντως άσχημη...     Κατέβασε το καθρεφτάκι, κοιτάχτηκε και μετά ξέσπασε σε γέλια.Το απογευματάκι έφτασε Θεσσαλονίκη, όταν πια η μητέρα της, την περίμενε σκασμένη. Το βράδυ βγήκαν με  τη θεία της και την ξαδέρφη της έξω για πίτσα. Κάποια στιγμή οι αδερφές είδαν κάτι γνωστές στο τραπέζι παραδίπλα και πήγαν να τις χαιρετήσουν. Τότε η ξαδέρφη της, είπε κάτι που τη σόκαρε:

-Ξαδέρφη ποιός έχει κάνει το πρόσωπο σου έτσι και λάμπει; Εσύ μάλλον ερωτεύτηκες!
-Τι είναι αυτά που λες, από που το έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;
-Από το βλέμμα σου, το χαμόγελο σου, τη φωνή σου, λοιπόν πως τον λένε;
-Νίκο. "Μα τι λέω, δεν είμαι στα καλά μου, από που κι ως που", σκέφτηκε από μέσα της.
-Αχά ωραίο όνομα, ετών;
-Δεν ξέρω.
-Έλα τώρα, στο περίπου.
-Γύρω στα 35 νομίζω.
-Ώριμος, ωραία.
-Έχει και δυο παιδιά.
-Τι, σοβαρά μιλάς;
-Ναι ένα οκτάχρονο γιο και μια πεντάχρονη κόρη, αλλά δεν είναι αυτό που νομίζεις.
-Στάσου, μη μου πεις πως είναι παντρεμένος;
-Ήταν.
-Κατάλαβα, χωρισμένος... Ε, ποιο το πρόβλημα, θα κάνει κι άλλα δυο παιδιά μαζί σου και θα γίνετε μια πολύτεκνη οικογένεια. Έτσι κι αλλιώς τα παιδιά του μένουν με τη μητέρα τους, έτσι δεν είναι;
-Όχι.
-Όχι τι;
-Δεν είναι χωρισμένος, η γυναίκα του πέθανε πριν μερικές μέρες.
-Αλήθεια; Από τι;
-Είναι μεγάλη ιστορία.
-Καρκίνος;
-Όχι καμιά σχέση, έπασχε από σχιζοφρένεια και αυτοκτόνησε.
-Πω πω! Τι κρίμα!
-Ας τ' αφήσουμε τώρα αυτά εσύ τελειώνεις με τη σχολή;
-Ναι άρχισα και πρακτική, αλλά σου έχω πιο καυτά νέα.
-Τι, λέγε θα με σκάσεις.
-Τον άλλο μήνα παντρεύομαι.
-Τιιι;; Και μου το λες τώρα; Να υποθέσω εκείνον τον Λεωνίδα που έλεγες;
-Ναι αυτόν τ' αγόρι μου, αχ ξαδέρφη νομίζω ότι τρελαίνομαι μαζί του αφού να φανταστείς δεν περνάει μέρα που να μην το κάνουμε, καταλαβαίνεις, πολύ πάθος δεν μπορούμε να σταματήσουμε, αμ το άλλο που περπατάμε στο δρόμο και συμπεριφερόμαστε σα σχολιαρόπαιδα, αγκαλίτσες και φιλάκια.
-Απίστευτο, εσύ τα κάνεις αυτά που ντρεπόσουνα να κοιτάξεις τους άντρες στα μάτια; Πρέπει να τον γνωρίσω, μα γιατί δεν τον κάλεσες;
-Δυστυχώς αρρώστησε ο πατέρας του και έφυγε χθες βράδυ για το χωριό του.
-Ελπίζω να τον γνωρίσω πριν το γάμο.
-Σίγουρα, γιατί σε δυο βδομάδες έχει ένα συνέδριο στην Αθήνα και θα έρθουμε παρέα.
-Ωραία, θα σας φιλοξενήσω.
-Α, όχι, στο συνέδριο μας πληρώνουν σούπερ ξενοδοχείο και δεν το χάνω με τίποτα.
-Μάλιστα, κατάλαβα.
-Θέλω να σου πω εμπιστευτικά κάτι ακόμη.
-Τι είναι, με κάνεις και ανησυχώ;
-Για τη μητέρα σου πρόκειται.