ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.14 )

    Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Σπύρου απευθύνοντας το λόγο στη Σωτηρία:
-Εσύ είσαι η γιαγιά μου;

-Ορίστε;, είπε σαστισμένη η Σωτηρία.
-Δεν έχω γιαγιά και είπα μήπως ήθελες να γίνεις εσύ.
-Ναι γιατί όχι, να σε πάρω μια αγκαλιά;
-Εγώ είμαι μεγάλος για αγκαλιές γιαγιά.
-Λάθος, οι μεγάλοι χρειάζονται πιο πολλές αγκαλιές από τους μικρούς.
-Γιατί;
-Γιατί γίνονται πιο ευαίσθητοι.
    Τότε ο Σπύρος έτρεξε στην αγκαλιά της, η κυρία Σωτηρία τον αγκάλιασε τόσο στοργικά, που ο Σπύρος δεν ήθελε να φύγει. Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν την όλη εξέλιξη άφωνοι.
-Γιαγιά θέλεις να σου δείξω τα παιχνίδια μου;
-Ναι, γιατί όχι;
    Την πήρε από το χέρι αλλά η Σωτηρία σταμάτησε και τον ρώτησε:

-Στάσου Σπύρο να πούμε και στην Άννα να έρθει στην παρέα μας.
-Δεν θέλει η Άννα, θέλει να είναι συνέχεια στην αγκαλιά της άσχημης.
-Α όχι Σπύρο, αυτή είναι η κόρη μου και δεν μπορείς να τη λες άσχημη, θα θυμώσω μαζί σου, άσε που είναι και μια κούκλα. Θέλω να ζητήσεις συγνώμη.
    Ο Σπύρος έμεινε για λίγο αμίλητος και κάποια στιγμή της είπε:
-Το αγαπάς το παιδί σου;
-Και βέβαια, ποιος δεν αγαπάει το παιδί του;
-Η άλλη μαμά μου δε μ’ αγαπούσε και τώρα πέθανε.
-Είμαι σίγουρη πως σ’ αγαπούσε.
-Εσύ που το ξέρεις;
-Δεν υπάρχει μάνα που να μην αγαπάει το παιδί της και τώρα που σε βλέπει από τον ουρανό στεναχωριέται που μιλάς έτσι.
-Γιατί, με βλέπει;
-Και βέβαια, κάθε μέρα και ώρα.
    Πήγε προς τη Χρυσάνθη την κοίταξε και είπε:
-Συγνώμη, και δεν είσαι άσχημη, αλλά πολύ όμορφη.
-Δέχομαι τη συγνώμη σου Σπύρο, γιατί μάλλον δε με πρόσεξες καλά.
    Η Σωτηρία ικανοποιημένη του είπε:
-Μπράβο Σπύρο, τελικά θα έρθω να δω τα παιχνίδια σου γιατί μου απέδειξες ότι είσαι πολύ γενναίο αγόρι. Απευθύνθηκε στην Άννα: - Θέλεις να έρθεις κι εσύ;
-Ναι.
   Η Σωτηρία, η κυρία Ντίνα και τα παιδιά έφυγαν για το δωμάτιο ενώ ο Νίκος και η Χρυσάνθη κάθισαν να πιουν τον καφέ τους. Τότε εκείνη πήρε το θάρρος και ρώτησε:

-Πως είσαι σήμερα;
-Καλά, πολύ καλύτερα από χθες και μετά από αυτό που είδα που κατάφερε η μητέρα σου, ακόμα πιο πολύ.
-Ναι, το’ χει αυτό η μητέρα μου.
-Και μάλλον το έχεις κι εσύ και μάλιστα το έκανες επάγγελμα. Μοναχοκόρη είσαι; Ο πατέρας σου;
-Είναι μεγάλη ιστορία, κάποια στιγμή θα σου την πω.
-Κατάλαβα, κάτι σαν τη δική μου;
-Λίγο διαφορετική, αλλά γεμάτη πόνο κι αυτή. Όσο για το μοναχοκόρη, είχα μια αδερφή, αλλά έχει πεθάνει, το ίδιο και ο πατέρας μου.
-Λυπάμαι.
-Μη λυπάσαι, αρκετή λύπη έχεις μέσα σου.
    Την κοίταξε για λίγο και είπε:
-Μα κι αυτό το παλιόπαιδο ο Σπύρος, τι βρήκε να σου πει «άσχημη», εσύ είσαι μια κούκλα, δεν έχει το Θεό, γέλασε ο Νίκος.
    Η Χρυσάνθη ένοιωσε τα μάγουλά της να παίρνουν φωτιά, είπε ένα ευχαριστώ και άρχισε κι εκείνη να γελά για να μην την καταλάβει. Ο Νίκος πρώτη φορά την κοίταξε διαφορετικά και εντυπωσιάστηκε. Μάλιστα, όταν σηκώθηκε να πάει τουαλέτα, την παρατηρούσε από πάνω μέχρι κάτω και ένοιωσε τον ανδρισμό του να φουντώνει, κάτι που είχε πολλούς μήνες να αισθανθεί. Σηκώθηκε βγήκε στην βεράντα, άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε να την φαντάζεται γυμνή στο κρεβάτι του.
    Εκείνη τη στιγμή τον φώναξε η κυρία Ντίνα και πετάχτηκε σαν ελατήριο.

-Μα τι έπαθες Νίκο, ακόμα νομίζεις ότι θα δεις τη Μαρίνα;
-Ναι, δεν μπορώ να ηρεμήσω ακόμη, συγνώμη.
- Μη ζητάς συγνώμη παιδί μου, θα έρθουν καλύτερες μέρες, ήδη άρχισαν τα παιδιά είναι ενθουσιασμένα με την κυρία Σωτηρία, φαίνεται υπέροχος άνθρωπος, έλα να δεις. Τον πήγε έξω απ’ το δωμάτιο.
    Η Χρυσάνθη άθελα της άκουσε την κουβέντα της και άρχισε να σκέφτεται πόσο πολύ αγαπούσε τη γυναίκα του και δύσκολα θα αγαπούσε άλλη. Αυτή η σκέψη την πλήγωνε γιατί είχε ήδη αρχίσει να έχει αισθήματα για εκείνον.