ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (κεφ.15 )

    Η κυρία Σωτηρία έπαιζε τόσο ωραία με τα παιδιά του Νίκου, τους έλεγε αστεία κι εκείνα είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Όταν είδε ο Νίκος είδε έτσι τα παιδιά του βούρκωσαν τα μάτια του. Πήγε και η Χρυσάνθη κοντά τους και του είπε:
-Η μητέρα μου γίνεται με τα παιδιά, παιδί.
-Ναι Χρυσάνθη, μας τη δανείζεις για καμιά βδομάδα;
-Τι εννοείς;
-Αν θα μπορούσε να μείνει μια βδομάδα εδώ, αν θέλει φυσικά, τι λες κυρία Ντίνα κι εσύ;
-Ναι, γιατί όχι, θα είναι καλή παρέα για όλους.
    Ο Νίκος αφού το σκέφτηκε για λίγο είπε στη Χρυσάνθη:
-Αν είναι θα έρθω εγώ μαζί σου να ταχτοποιήσω το θέμα του αυτοκινήτου και να κοιτάξω για σπίτι αν δε σε πειράζει.
- Όχι, εμένα δε με πειράζει, να δούμε όμως τι θα πει κι η μητέρα μου.
Μόλις της το πρότειναν, εκείνη δέχτηκε αμέσως και τα παιδιά πέταξαν από τη χαρά τους. Αργά το απόγεύμα ξεκίνησαν οι δυο τους για Αθήνα. Η Χρυσάνθη άφησε το Νίκο να οδηγήσει. Όταν έφτασαν, ο Νίκος προχώρησε πιο κάτω από το σπίτι και σταμάτησε.
-Καλύτερα να μη σε δουν μαζί μου, γιατί ο κόσμος γίνεται πολύ κακός και δεν θέλω να δημιουργήσω πρόβλημα.
-Μη ζορίζεσαι, μπορώ να το αντιμετωπίσω, που θα μείνεις;
-Θα πάω σε ξενοδοχείο.
-Αν θέλεις, μπορείς να μείνεις σε μένα απόψε.
-Όχι Χρυσάνθη, της είπε απότομα.
-Καλά όπως θέλεις, του απάντησε σαστισμένη και απογοητευμένη.
    Βγήκαν από το αμάξι, ο Νίκος πήρε τα πράγματα του,της έδωσε μια κάρτα με το τηλέφωνο του, τη χαιρέτησε κι έφυγε. Εκείνη πάρκαρε το αμάξι στην πυλωτή και ανέβηκε σπίτι. Απογοητεύτηκε που αρνήθηκε να μείνει μαζί της, αλλά ίσως έτσι να ήταν καλύτερα, γιατί η ξαδέρφη της είχε δίκιο. Άρχισε να νοιώθει πολλά νγια το Νίκο και να εξαρτάται απ' αυτόν, έπρεπε να το σταματήσει πριν είναι αργά. Έκανε ένα καυτό μπάνιο και μετά έβαλε ένα ποτό κι άραξε στη βεράντα. Έκλεισε τα μάτια της και μπροστά της ερχόταν η εικόνα του Νίκου.
    Την άλλη μέρα σηκώθηκε πρωί πρωί γιατί θα πήγαινε από τη δουλειά της να ταχτοποιήσει τα χαρτιά της. Όταν επέστρεψε σπίτι, την πήρε τηλέφωνο η μητέρα της:

- Έλα κορίτσι μου, πως είσαι;
- Εγώ καλά εσύ; Σίγουρα ήθελες να μείνεις εκεί μαμά;
- Ναι παιδάκι είναι τόσο όμορφα και ήσυχα εδώ, μοσχοβολάει ο τόπος από τα λουλούδια, εσύ τι έκανες;
- Πήγα και ταχτοποίησα τα χαρτιά μου για τη δουλειά.
- Πότε ξεκινάς;
- Την Τετάρτη 1 του μηνός.
- Ωραία, ο Νίκος είναι εκεί μαζί σου;
- Όχι μαμά, ο άνθρωπος έχει δουλειές, δε θ' ασχολείται μαζί μου.
- Γιατί όχι, φαίνεται ωραίος και καλός.
- Μαμά τι κάνεις, με προξενεύεις;
- Όχι βρε παιδάκι μου, έτσι ρώτησα.
- Άστα αυτά σε ξέρω, τι κάνουν τα παιδιά, ο Σπύρος;
- Καλά είναι, ο Σπύρος πάντως έχει μαζέψει πολύ πόνο μέσα του, αν δεις τις ζωγραφιές του έχουν δυο μαμάδες, η μια με κεφάλι κι η άλλη χωρίς. Πολλές φορές συμπεριφέρεται πιο παιδιάστικα από την Άννα. Πάντως παρόλου που γεννήθηκαν από μια τέτοια μάνα, είναι πανέξυπνα και φοβερά παιδιά κι αυτό οφείλεται μάλλον στον πατέρα τους.
- Μμμ μάλλον στους χειρισμούς του. Άστα αυτά τώρα και πες μου εσύ πως είσαι;
- Καλά.
- Μόλις γυρίσεις, θα κάνουμε ότι εξετάσεις χρειάζονται και δεν ακούω κουβέντα.
- Θα δούμε.
- Όχι δεν θα δούμε, θα τις κάνουμε οπωσδήποτε! Δεν καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ και σε χρειάζομαι;
- Καλά σ' αφήνω τώρα, με φωνάζουν τα παιδιά και έκλεισε το τηλέφωνο.
    "Δικαιολογίες", σκέφτηκε η Χρυσάνθη. Έκανε ένα ντουζ και έπεσε για ύπνο, από τη ζέστη δεν ήθελε ούτε να φάει.
    Ξύπνησε κατά τις 7 και πεινούσε σα λύκος. Σκέφτηκε να φτιάξει μια μακαρονάδα, δεν πρόλαβε όμως γιατί χτύπησε το κουδούνι της, κοίταξε πριν ν' ανοίξει και ρώτησε ποιός είναι:

- Εγώ.
- Εσύ, ποιος εσύ;
    Κοίταξε καλύτερα, ο άντρας είχε βγάλει τα γυαλιά του και τον αναγνώρισε και άνοιξε.
- Νίκο εσύ είσαι;
    Εκείνος μπήκε γρήγορα μέσα κι έκλεισε την πόρτα.....