ΌΤΑΝ Ο ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΗΓΩΝΕΙ (ΚΕΦ.19)

    Μόλις βρέθηκαν οι δυο τους στ’ αυτοκίνητο η Χρυσάνθη κι ο Νίκος, η Χρυσάνθη δεν άντεξε και ρώτησε:
- Για πες μου τι τρέχει με το δόκτωρ Νικ;
- Σαν τι να τρέχει;
- Έλα τώρα, είδα τη μάνα μου που σου ‘κλεισε το μάτι.
Ο Νίκος άρχισε να γελάει για να σκεφτεί κάτι να της πει.
- Σταμάτα να γελάς και πες μου.
- Πλάκα έχεις, τίποτα δεν είναι, απλά μου έλεγε πριν, πόσο της αρέσει το όνομα Νίκος και όταν άκουσα και δόκτωρ Νίκ, καταλαβαίνεις.
- Αλήθεια λες, σου είπε ότι της αρέσει αυτό το όνομα;
- Ναι, γιατί;
- Θα σου πω, όταν πήγα ν’ αδειάσω το πατρικό μου για να το πουλήσω, μέσα σε μια βαλίτσα βρήκα ερωτικά γράμματα απεσταλμένα σε κάποιο Νικολή. Τώρα θα μου πεις τι κάθομαι και συζητάω μαζί σου, σα πολύ θάρρος να πήρα.
- Όχι Χρυσάνθη, καλά κάνεις και μου τα λες, και μ’ αρέσει αυτό το θάρρος. Όπως βλέπεις αρχίζουν και μας δένουν πράγματα, μήπως η ζωή θέλει κάτι να μας δείξει;
-Τι να μας δείξει;
-Τίποτα άστο, φτάσαμε.
    Άφησε τη Χρυσάνθη κι έφυγε. Εκείνη από τη στιγμή που την άφησε άρχισε να σκέφτεται διάφορα:
«Τι εννοεί άραγε, μήπως άρχισε να νοιώθει κάτι για μένα; Άραγε θα μου  το πει ποτέ; Κι εγώ που κοιμάμαι συνέχεια με την εικόνα του; Πως τη πάτησα έτσι και δένομαι με τα παιδιά του; Αμ το άλλο, αυτή η αγάπη για τη μάνα μου; Δε λέω είναι άνθρωπος που αγαπιέται».
    Χιλιάδες ερωτήματα και σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό της. Ένα ήταν σίγουρο, ότι τον Νίκο τον αγαπούσε και δεν άντεχε να μη τον βλέπει. Κάποια στιγμή, πήγε στην αποθήκη και άρχισε να ψάχνει τα ερωτικά γράμματα που είχε βρει στο πατρικό της. Μόλις τα βρήκε, κάθισε, τα’ άνοιξε και άρχισε να τα διαβάζει.
    Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν σίγουρα της μητέρας της. Διαβάζοντας τα, τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της χωρίς να το καταλαβαίνει. Τι έρωτας κι αυτός.
    Γιατί έφυγε και την άφησε έτσι αυτός ο Νικολής; Κάνε γούστο ο Νικολής να είναι ο δόκτωρ Νικ....Ωχ ναι, αυτός είναι! Πώς δεν το κατάλαβα! Και ο Νίκος σίγουρα κάτι ήξερε και μου είπε αυτή τη βλακεία με το όνομα. Μα τι γίνεται, συνομωσία η μάνα μου με το Νίκο;
    Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου ντύθηκε και πήγε ξανά στο νοσοκομείο. Σα να τους μυρίστηκε, τους πέτυχε μαζί αγκαλιασμένους στον κήπο του νοσοκομείου, κρύφτηκε και κάθισε στο παγκάκι ακριβώς από πίσω τους. Εκείνοι ανυποψίαστοι μιλούσαν για τον έρωτα τους:

- Σωτηρούλα μου, τι τράβηξες εξαιτίας μου!
- Όχι Νικολή μου, δε φταις εσύ.
- Κι όμως φταίω, έπρεπε να γυρνούσα και να σ’ έπαιρνα κοντά μου.
- Δε γινότανε αγάπη μου. Ξέρεις σου έγραφα γράμματα, αλλά δεν ήξερα που να τα στείλω και τα’ κρυβα.
- Σωτηρούλα μου γλυκιά ,τόσα χρόνια ζούσα με την γεύση των χειλιών σου δε μπόρεσα να φτιάξω τη ζωή μου. Όποια κι αν γνώριζα μόλις τη φιλούσα την έδιωχνα, λες και με είχες στοιχειώσει.
- Συγνώμη αγάπη μου, ούτε κι εγώ αγάπησα ποτέ τον άντρα μου, παρόλ’ αυτά μου χάρισε δυο υπέροχα παιδιά που ευτυχώς δεν τα επηρέασε με το δύστροπο χαρακτήρα του. Αλλά αυτή την αμαρτία μου, που έκανα έρωτα μ’ έναν άντρα και φαντασιωνόμουν κάποιον άλλον την πλήρωσα με την Μυρτώ μου, το κοριτσάκι μου πέθανε, είπε κι άρχισε να κλαίει.
- Ησύχασε αγάπη μου σε παρακαλώ, θ’ αρρωστήσεις.
- Με τιμωρεί ο Θεός Νικολή μου, γιατί δεν πήρε εμένα και πήρε εκείνη;
- Σε παρακαλώ ηρέμησε, έχεις τη Χρυσάνθη σου.
- Ναι η γλυκιά μου, τι έχει τραβήξει από μικρή...
- Ο Νίκος είναι ο άντρας της;
"
- Όχι αλλά θα φροντίσω να γίνει.

- Σωτηρούλα τι λες;
- Το κοριτσάκι μου είναι ερωτευμένο, το’ χω καταλάβει και δε θ’ αφήσω να χάσει κι αυτή τον έρωτα της όπως κι εγώ.
- Είσαι σίγουρη;
- Ναι, τη βλέπω που τον κοιτάει και λιώνει. Για το Νίκο λίγο φοβάμαι γιατί πέρασε πάρα πολλά αυτό το παιδί και έχει και δυο παιδιά.
- Εγώ λέω να μη πιέσεις καταστάσεις.
- Δε γίνεται, πρέπει να προλάβω να δω ευτυχισμένη τη Χρυσάνθη μου πριν πεθάνω, μετά από τα τελευταία αποτελέσματα εξετάσεων που μ’ έφερες.
    Σηκώθηκαν κι οι δυο και μπήκαν στο νοσοκομείο. Η Χρυσάνθη νόμιζε πως όλα ήταν ένα όνειρο. Σοκαρίστηκε ακούγοντας τη μητέρα της να λέει ότι έκανε έρωτα με τον πατέρα της και φαντασιωνόταν κάποιον άλλον, την πείραξε λίγο. Στεναχωρήθηκε για τις εξετάσεις τις, δεν ήθελε να τη χάσει. Το άλλο πάλι, πως είχε καταλάβει τον έρωτα της για τον Νίκο; Άρα φαινόταν πολύ... Αχ κυρία Σωτηρίαμ σ’ όλα μέσα είσαι, τίποτα δε σου ξεφεύγει. Για να το βλέπει αυτή σίγουρα το βλέπουν κι άλλοι. Για τον Νίκο όμως δεν ήταν σίγουρη.
    Γύρισε σπίτι, μάζεψε τα γράμματα τα έβαλε σ’ ένα όμορφο κουτί και αποφάσισε να τα στείλει αργοπορημένα στον αποστολέα τους. Το σίγουρο ήταν ότι αγάπησε πολύ τη μητέρα της, τόσο που ούτε παντρεύτηκε ο άνθρωπος. Τι έρωτας κι αυτός! Άραγε ο Νίκος θα ένοιωθε ποτέ όλα όσα νοιώθει αυτή για κείνον;