«ΌΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΕΠΟΝΗΣ ΜΑΛΩΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΡΠΟΥΖΑ»

Σε μια γειτονιά, σε ένα μανάβικο, έφτασαν για διακοπές ο κύριος  Πεπόνης και ο κύριος Καρπούζας. Ο μανάβης, αφού στόλισε με ωραία φρούτα και λαχανικά το πάγκο του, στο κέντρο του έβαλε ένα καρπούζι και ένα πεπόνι. Το καρπούζι, όπως καταλάβατε είναι ο κύριος Καρπούζας και το πεπόνι ο κύριος Πεπόνης. Του κύριου Πεπόνη δεν του άρεσε καθόλου που τον έβαλε δίπλα στον κύριο Καρπούζα και άρχισε τη φασαρία:
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Έι εσύ, δε μαζεύεις λίγο τη κοιλιά σου, με στρίμωξες.
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Σε μένα μιλήσατε κύριε;
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Σε σένα ναι, βλέπεις κι άλλον με τέτοια κοιλιά;
-Κ. ΚΑΡΠΟΎΖΑΣ: Πρόσεχε λίγο πως μιλάς, σε παρακαλώ.
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Μα πως σου μιλάω, δε φτάνει με στρίμωξες εδώ πέρα.
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Δε φταίω εγώ γι’ αυτό, ο μανάβης μας έβαλε δίπλα-δίπλα.
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Άλλος κοιλαράς κι αυτός.
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Μια και είμαστε δίπλα –δίπλα ,ας συστηθούμε λοιπόν. Εγώ είμαι ο κύριος Καρπούζας, εσύ;
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Εγώ είμαι ο κύριος Πεπόνης.
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Από πιο μέρος της Ελλάδος έρχεσαι;
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Από την όμορφη Ζάκυνθο, ήδη άρχισε να μου λείπει το κτήμα του κυρ- Διονύση που έμενα. Εσύ;
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Από την όμορφη Κρήτη, από την οικογένεια Περιβολάκη. Κι εμένα μου λείπει ο Μανωλιός που με φρόντιζε.
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Δεν αντέχω εδώ στριμωγμένος , άντε να πουληθώ να φεύγω.
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Πολύ βιάζεσαι , ησυχία δεν έχεις.
-Κ. ΠΕΠΟΝΗΣ: Και τι να κάνω δε μπορώ να στριμώχνομαι εδώ δίπλα σου με τις ώρες.
-Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ: Μου φαίνεται πως είσαι λίγο ανάποδος, μου βγάζεις μια ξινίλα.
Εκείνη την ώρα ήρθε μια κυρία και πήρε  τον κύριο Πεπόνη στα χέρια της. Ο Κ. Πεπόνης χαμογελώντας είπε στον κ. Καρπούζα:
-Καρπούζα άπλωσε την κοιλάρα σου εγώ φεύγω.
Η κυρία που κρατούσε τον Πεπόνη ρώτησε τον μανάβη:
-Είναι γλυκό το πεπόνι;
-Μανάβης: Όσα έχω πάρει ήταν μέλια, αλλά για να σιγουρευτούμε να το δοκιμάσουμε.
Της έκοψε ένα κομματάκι  και μόλις το δοκίμασε ξινίστηκε τόσο πολύ που δεν ήθελε να το αγοράσει.
-Μανάβης: Να σας φέρω ένα άλλο.
- Όχι, όχι, μπορώ να δοκιμάσω το καρπούζι;
Μανάβης: Ναι , βεβαίως.
Μόλις το δοκίμασε, γέλασε και είπε:
- Είναι πολύ ωραίο και γλυκό θα το πάρω.
Ο κύριος Πεπόνης ήταν όλο νεύρα.
Ο κύριος  Καρπούζας τον χαιρέτησε και του είπε:
-Οι ανάποδοι και ξινοί σαπίζουν στον πάγκο ενώ οι καλοί και κοιλαράδες φεύγουν  και χαρίζουν γλύκα. Άντε γεια!!
 
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΑΚΙΡΗ