ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΙ ΒΑΣΙΛΗ

Πλησίαζαν Χριστούγεννα και στο σπίτι του Αι Βασίλη εργάζονταν όλοι πυρετωδώς.

Ο Λαμπάκης και ο Φωτεινούλης ήταν δυο ξωτικά με πτυχίο ηλεκτρολόγου, άριστοι στη δουλειά τους.

Ένα πρωί ο Αι Βασίλης τους έστειλε να μαζέψουν ξύλα για το τζάκι γιατί όλοι οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, αλλά επειδή χιόνιζε πολύ, έχασαν το δρόμο του γυρισμού γιατί τον σκέπασε το χιόνι. Δρόμο πήραν δρόμο αφήσαν, αλλά το σπίτι του Αι Βασίλη πουθενά

Κάποια στιγμή είδαν φώτα από ένα χωριό, βρήκαν ένα στάβλο και τρύπωσαν μες τ' άχυρα να ζεσταθούν και να περάσουν τη νύχτα. Ευτυχώς δε χρειαζόταν φως γιατί είχαν δικό τους σαν ηλεκτρολόγοι που ήταν.

Ο Λαμπάκης, τα μαλλιά του ήταν πολύχρωμα λαμπάκια που αναβόσβηναν  και ο Φωτεινούλης είχε ένα κεφάλι σαν αναμμένη λάμπα.

Νωρίς το πρωί ξύπνησαν από φωνές και θόρυβο.

-Μα τι γίνετε; (Είπε ο Λαμπάκης)

-Για πάμε σιγά σιγά να δούμε τι γίνεται ( Είπε ο Φωτεινούλης)

Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος και φώναζε, έκανε παράπονα στον πρόεδρο του χωριού:

- Τι πράγματα είναι αυτά Πρόεδρε, μας κοροϊδεύετε; Τα λαμπάκια που μας φέρατε δεν κάνουν μία, δεν ανάβουν.

--Ναι και τα δικά μας φώναξαν και οι υπόλοιποι. Είχαν φέρει όλοι τα λαμπάκια τους και τα πετούσαν μπροστά του.

Ο πρόεδρος απορρημένος είπε:

-Δεν καταλαβαίνω, τι γίνεται, εγώ όταν τα δοκίμασα άναβαν όλα.

Όλοι μάλωναν μεταξύ τους και έλεγαν άσχημες κουβέντες , ο ένας ήταν πιο κακός από τον άλλον, κακομούτσουνες φάτσες και γκρίνια.

Μα τι χωριό ήταν αυτό πως το έλεγαν; (Αναρωτήθηκαν τα ξωτικά)

Μόλις διαλύθηκε το πλήθος και σταμάτησαν οι φωνές, ο πρόεδρος κάθισε σε μια γωνιά στεναχωρημένος και παραμιλούσε:

- Ωχ τι θα κάνω τώρα πως θα τους ηρεμίσω για να περάσουμε ήσυχες γιορτές; Αχ βαχ!

Ξαφνικά σταμάτησε γιατί είδε μπροστά του τα ξωτικά και έβαλε τα γέλια γιατί του φάνηκαν πολύ αστείοι.

-Χα χα χα, ποιοί είστε εσείς; Ρώτησε

-Είμαστε οι καλύτεροι ηλεκτρολόγοι στη γη και ήρθαμε να σας βοηθήσουμε με τα λαμπάκια.

-Από που είστε δεν σας έχω ξαναδεί.

-Είμαστε οι ηλεκτρολόγοι του Αι Βασίλη ερχόμαστε από το χωριό του.

-Εγώ είμαι ο Λαμπάκης και εγώ ο Φωτεινούλης του είπαν.

-Αλήθεια λέτε; Για να δούμε τι μπορείτε να κάνετε.

Τα ξωτικά έλεγξαν όλα τα λαμπάκια και διαπίστωσαν ότι άναβαν μόνο ενωμένα όλα μαζί. Εξήγησαν στον πρόεδρο του χωριού τι συνέβαινε και πως η μόνη λύση για ν 'ανάψουν τα λαμπάκια ήταν να στολίσουν όλοι μαζί τα σπίτια τους χωρίς φωνές.  Να συνεργαστούν αγαπημένοι χωρίς κακίες.

Πήγε λοιπόν ο πρόεδρος και τους είπε τι έπρεπε να κάνουν, στην αρχή στραβομουτσούνιασαν αλλά σιγά σιγά άρχιζαν να στολίζουν. Μετά από δυο μέρες κατάφεραν να στολίσουν όλοι μαζί τα σπίτια τους και όταν τα άναψαν το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Όλο το χωριό αστραφτακοπούσε και όλοι ήταν χαρούμενοι, αγαπημένοι και χαμογελαστοί.

Ο Λαμπάκης και ο Φωτεινούλης ήταν κρυμμένοι λίγο πιο έξω από το χωριό και κάποια στιγμή άκουσαν τα κουδουνάκια από τους ταράνδους του Αι Βασίλη. Ήταν ο Αι Βασίλης με το έλκυθρο που τους έψαχνε.

-Χο χο χο! Γρήγορα ξωτικά μου που χαθήκατε  έχουμε πολύ δουλειά ακόμη.

Ανέβηκαν στο έλκυθρο και ανεβαίνοντας ψηλά είδαν το φωτισμένο χωριό που έλαμπε σαν φωτεινό αστέρι. Πιο κάτω πρόσεξαν ότι υπήρχε και μια πινακίδα που έλεγε: "Το χωριό της αγάπης"