Η ΠΟΝΗΡΗ ΚΑΡΑΜΕΛΙΤΣΑ (23/4/17)

 

 

Η Τιτίκα ήταν ένα κοριτσάκι 9 χρονών και πήγαινε στην Τετάρτη τάξη του δημοτικού σχολείου, κάθε πρωί την πήγαινε η μαμά της στο σχολείο και το μεσημέρι την έπαιρνε η θεία της η Φανή.

Της Τιτίκας της άρεσαν πολύ οι καραμέλες κα τα γλειφιτζούρια, δυστυχώς όμως άρχισαν να χαλάνε τα δοντάκια της και η μαμά της τα απαγόρεψε. Η Τιτίκα κάθε μέρα ρωτούσε τη μαμά της:

-Μανούλα μου γλυκιά θα μου δώσεις μια καραμελίτσα κι εγώ να σου δώσω ένα φιλάκι; (Προσπαθούσε να την καλοπιάσει).

-Όχι Τιτίκα μου, δεν μπορώ να σου δώσω γιατί θα χαλάσουν τα δοντάκια σου, αλλά μπορείς να μου δώσεις εσύ το φιλάκι σου.

Γενικά ήταν υπάκουο παιδί και άκουγε ότι της έλεγε η μαμά της.

Μια μέρα, η θεία της  άργησε να πάει να την πάρει από το σχολείο, όλα τα παιδιά  είχαν φύγει  ακόμα και οι δασκάλες. Είχε καθίσει σε ένα πεζούλι από το παρτέρι της αυλής, δίπλα σε ένα δέντρο και περίμενε. Την πλησίασε μια άγνωστη γυναίκα και άρχισε να της μιλά:

-Ποιόν περιμένεις γλυκιά μου;

-Τη θεία μου, δεν ήρθε ακόμη.

-Αν θέλεις θα κάτσω δίπλα σου να σου κάνω παρέα μέχρι να έρθει.

-Α καλά, σας ευχαριστώ.

-Κάτι θα της έτυχε, σε λίγο θα έρθει.

Τότε η γυναίκα έβγαλε μια καραμελίτσα από την τσέπη της και της είπε:

-Θέλεις μια καραμελίτσα;

-Τι γεύση έχει; (Ρώτησε η Τιτίκα)

-Φράουλα.

-Μμμ μ’ αρέσει η φράουλα.

-Έλα πάρε.

-Όχι θα χαλάσω τα δόντια μου.

-Δε χαλάνε με μια καραμέλα.

-Σίγουρα;

-Ναι σίγουρα ορίστε.

-Όχι, πρέπει  να την κερδίσω πρώτα. Να παίξουμε το παιχνίδι με τη μυστική λέξη.

-Ας το παίξουμε πως παίζεται;

-Να, εγώ ξέρω μια μυστική λέξη, εσύ προσπαθείς να τη βρεις και όταν τη βρεις εγώ κερδίζω την καραμέλα.

-Έξυπνο παιχνίδι, για πες μου από τι αρχίζει η μυστική λέξη;

-Αν σου πω δε θα είναι μυστική, άντε λέγε λέξεις.

Άρχισε να αραδιάζει λέξεις, αλλά τίποτα, η Τιτίκα φώναζε συνέχεια «λάθος». Τότε η γυναίκα της είπε:

-Κρίμα αν δε βρω τη λέξη, δε θα φας τη καραμελίτσα.

Στεναχωρήθηκε λίγο, αλλά ευτυχώς εκείνη τη στιγμή είδε τη θεία της να έρχεται και άρχισε να την φωνάζει. Η γυναίκα έφυγε τρέχοντας από δίπλα της. Η θεία της πλησίασε και της είπε:

-Τιτίκα μου συγνώμη, άργησα λίγο. Ποια ήταν η κυρία δίπλα σου; Η Τιτίκα κοίταξε δεξιά αριστερά μήπως και τη δει.

-Μα που πήγε, δεν τελειώσαμε το παιχνίδι.

-Ποιο παιχνίδι;

-Το παιχνίδι με τη μυστική λέξη, αν έβρισκε τη μυστική μου λέξη, θα κέρδιζα την καραμέλα που είχε γεύση φράουλα.

-Τελικά δεν τη βρήκε;

-Όχι, προσπάθησε αλλά τίποτα. Ξέρεις θεία ήταν λίγο πονηρή γιατί με ρώτησε από τι γράμμα αρχίζει. Όμως που πήγε ήθελα να κερδίσω την κραμελίτσα.

-Έφυγε, καλύτερα που δεν κέρδισες αυτή την καραμελίτσα γιατί ήταν πονηρή σαν την κυρία που σου την πρόσφερε. Γι’ αυτό θα σου δώσω εγώ μια καραμελίτσα που δεν είναι πονηρή, επειδή ήσουν πολύ υπομονετικό και προσεκτικό παιδί, αλλά πρώτα θα μου πεις εσύ τη μυστική μας λέξη.

Η Τιτίκα φώναξε τη μυστική λέξη με χαρά και κέρδισε την καραμέλα. Την έβαλε με λαχτάρα στο στόμα κι ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας απλώθηκε στο πρόσωπο της!