ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ (12)

Είχε μουδιάσει ολόκληρη. Ο Παύλος σταμάτησε απότομα και πετάχτηκε πάνω όρθιος. Αυτή τη φορά δε ζήτησε συγνώμη, σηκώθηκε απλά και έφυγε, όπως έκανε πάντα. Δεν ήξερε τι να υποθέσει, άραγε ένιωθε κάτι γι’ αυτήν ή την εκμεταλλευόταν κάθε φορά; Πως την πάτησα έτσι, μα που πάω και πέφτω; Όποιες ερωτήσεις όμως και αν έκανε στον εαυτό της, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, ήταν ερωτευμένη με τον Παύλο. Τις σκέψεις της διέκοψε το χτύπημα του τηλεφώνου. Ήταν η Κική.

-Έλα Κική μου, τι έγινε;

-Έλα βρε φιλενάδα, είμαι κοντά στο σπίτι σου μπορώ να έρθω από κει να συζητήσουμε κάτι που σκέφτηκα, αν δεν ενοχλώ φυσικά;

-Ναι, ναι Κική μου, έλα σε περιμένω.

-Έρχομαι, σε 5 λεπτά θα είμαι εκεί. Όντως σε 5 λεπτά  χτύπησε το κουδούνι.

-Έλα Κική μου πέρασε. Θέλεις ένα ποτήρι κρασί;

Τότε θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει να μαζέψει το ποτήρι του Παύλου.

-Όπα τι βλέπω, είχες παρέα; Δε νομίζω να στην έδιωξα εγώ;

-Όχι, όχι μόνος του έφυγε.

-Α ώστε άντρας ήτανε. Εκείνος ο ωραίος  που σε είχε φέρει τις προάλλες στο καφέ; Γιατί έχεις ακριβώς την ίδια λάμψη.

-Ναι αυτός ήτανε. Άστα τώρα αυτά και πες τι σκέφτηκες;

-Να επειδή η δουλειά που βρήκαμε είναι  πολύ μακριά, μήπως θα ήταν καλύτερα να ξενοικιάζαμε αυτά τα σπίτια και να νοικιάζαμε εκεί κοντά. Και αν θέλεις για να την βγάλουμε ακόμα πιο οικονομικά να συγκατοικήσουμε , τι λες;

Η Μαρίνα δε μίλησε, το επεξεργάστηκε λίγο στο μυαλό της και της είπε:

-Ξέρεις δεν είναι άσχημη ιδέα, άφησε με να το σκεφτώ λιγάκι και να σου απαντήσω αύριο. Βέβαια δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να βρούμε σπίτι προς τα κει.

-Και γι’ αυτό σου έχω απάντηση. Έχεις ίντερνετ; Άνοιξε τον υπολογιστή  να σου δείξω.

Έτρεξε και έφερε το λάπτοπ της. Η Κική  είχε βρει ένα πολύ καλό διαμέρισμα, δέκα λεπτά με τα πόδια  από τη δουλειά και σε πολύ καλή τιμή. Πολύ πιο φθηνό και μεγαλύτερο (με δύο υπνοδωμάτια) από αυτό που νοίκιαζε τώρα.

-Τι λες; Πάμε να το δούμε αύριο; Ο ιδιοκτήτης μπορεί γύρω στις 11π.μ της είπε η Κική.

-Μίλησες και με τον ιδιοκτήτη βρε θηρίο;

-Ναι στη βράση κολλάει το σίδερο  που λέει κι η παροιμία.

-Ε, τότε πάμε τώρα που καίει το σίδερο.

-Αχ βρε Μαρίνα μου ακόμα δεν το’ χεις με τις ελληνικές παροιμίες. Έβαλαν τα γέλια κι οι δυο.

Την άλλη μέρα το πρωί πήγαν και είδαν το σπίτι. Ήταν πολύ καλοδιατηρημένο και ο ιδιοκτήτης ένας πολύ καλός άνθρωπος. Το σπίτι το είχε για την κόρη του, αλλά εκείνη βρήκε δουλειά στο εξωτερικό και έφυγε. Χάρηκε μόλις τις είδε και τις συμπάθησε αμέσως. Να το νοικιάσετε το σπίτι κορίτσια και εγώ θα σας έχω σαν κόρες μου τις είπε. Ενθουσιάστηκαν, του έδωσαν μια προκαταβολή και το έκλεισαν. Ο κύριος Κοσμάς, ο ιδιοκτήτης χάρηκε τόσο πολύ που τις κάλεσε την άλλη μέρα να τους κάνει το τραπέζι, να ψήσουνε ψάρια στην αυλή. Έφυγαν και άρχισαν να συζητούν στην διαδρομή για την μετακόμιση. Ο κύριος Κοσμάς τους είπε ότι στο υπόγειο θα τους παραχωρούσε και μια αποθήκη, οπότε αν είχαν επιπλέον πράγματα θα μπορούσαν να τα βάλουν εκεί. Αλλά ευτυχώς δεν είχαν διπλά πράγματα. Η Μαρίνα είχε πλυντήριο ρούχων και πιάτων και η Κική ηλεκτρική κουζίνα, οπότε από τα ηλεκτρικά ήταν οκέι. Στο σαλόνι θα έβαζαν τα έπιπλα της Μαρίνας, που ήταν πιο καινούργια και της Κικής θα τα έβαζαν στην αποθήκη. Εκείνο που έπρεπε να αγοράσουν οπωσδήποτε ήταν κουρτίνες, γιατί το σπίτι ήταν ψηλοτάβανο και δεν ταίριαζαν οι δικές τους και κανένα χαλάκι για τα δωμάτια. Έπρεπε να ταχτοποιήσουν ακόμη το τηλέφωνο και το ίντερνετ. Η Μαρίνα αν και πήρε πολύ γρήγορα αυτή την απόφαση, ήταν χαρούμενη. Ίσως έτσι να γλύτωνε και από τον Δημήτρη και από τον Παύλο. Τις επόμενες δύο μέρες, δεν πήραν ανάσα, κουβαλούσαν πράγματα από το ένα σπίτι στο άλλο, ούτε για να φάνε δε σταματούσαν. Ευτυχώς ο κύριος Κοσμάς φρόντιζε να μη μείνουν νηστικές. Η Μαρίνα είχε μια κρυφή ελπίδα μήπως ξαναρχόταν ο Παύλος , αλλά τίποτα είχε γίνει άφαντος όπως και ο Δημήτρης. Φτάνει πια, είπε στον εαυτό της, παρέδωσε τα κλειδιά του σπιτιού στον ιδιοκτήτη και έφυγε……